Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Το δασος του Βασιλια...Μερα Δευτερη το πρωι...

6.20 το επομενο πρωι, επινα καφε στο δωματιο. Ελεγξα ολα τα συμπραγκαλα, τα φορτωθηκα, και με το φλασκι μου γεματο αχνιστο καφε για το δρομο, εκλεισα το φως και πηγα στο αυτοκινητο. Εξυσα τον λιγο παγο απο το τζαμι, εβαλα τα πραγματα στο πισω καθισμα και ξεκινησα να διανυσω τα 20 χιλιομετρα μεχρι το σπιτι του Ντεζ. Εξω, κατασκοτεινα, μονο τα αστρα φαινοντουσαν στον ουρανο, χωρις καν ιχνος της αυγης...Χειμωνας...

 Εφτασα μετα απο μιση ωρα στο σπιτι, και παρκαρα με ησυχια, μιας και ημουν 15 λεπτα νωριτερα απο την ωρα του προκαθορισμενου ραντεβου. Εβαλα ενα κουπακι καφε, και ανοιξα το παραθυρο του αυτοκινητου, να νοιωσω το δασος γυρω μου. Μυρουδιες αναμικτες υγρασιας και πευκου, νωπου ξυλου και χωματος γεμισαν τα ρουθουνια μου. Η θερμοκρασια ευχαριστη για την ωρα του πρωινου, προδιδε οτι θα εχουμε παλι μια ηπια μερα για κυνηγι.

Το φως στο κατωφλι του σπιτιου ανοιξε μετα απο μερικα λεπτα, και φανηκε ο Ντεζ, χαμογελαστος οπως χτες. ‘Καλημερα!’, με χαιρετησε ψιθυριστα ‘Καλημερα!’, του απαντησα, βγαινοντας απο την θεση του οδηγου, ‘παλι ωραια μερα μας περιμενει εχω την εντυπωση. Ουτε αερας ουτε βροχη.’ ‘Μακαρι, το δελτιο καιρου δεν εδωσε προβλεψη για κακοκαιρια. Θες να παμε τωρα στο δασος και να κανουμε καφε εκει?’ ‘Φυγαμε!’, του ειπα, καθως κιολας επαιρνα τα πραγματα μου απο το πισω καθισμα και προχωρουσα προς το αυτοκινητο του. Προσεξα να εχω οτι χρειαζομαι, μιας και μες τη νυχτα ειναι ευκολο να ξεχασει κανεις κατι, εφοσον δεν το βλεπει...! Καθισα στο αμαξι και ο Ντεζ ξεκινησε για το δασος.

‘Θα παμε σε διαφορετικο μερος σημερα, και θα δουμε αν καταφερουμε να βρουμε τα πλατωνια. Εχει πολλα στο δασος και μου εκανε εντυπωση που δεν ειδες κανενα εχθες, εκτος απο εκεινο το μοναχικο.’
‘Να σου πω, δεν παραπονιεμαι...Χθες ειδα περισσοτερα ελαφια σε μια μερα απ’οσα ειδα ολη την περιοδο περισυ! Τι το εκανες το χθεσινο?’
‘Πηγα και το εβαλα στο ψυγειο εχθες. 68 κιλα ζυγισε, οχι απο τα μεγαλυτερα που εχουμε παρει αλλα τυπικο της περιοχης για θυληκο κοκκινο ελαφι. Μονο κανε μου μια χαρη σημερα, και αμα δεις αλλο, μην το τουφεκισεις!’, με πειραξε.
‘Ασε με, εχω σκασει απο χθες...Ακομα δεν μπορω να καταλαβω πως την επαθα και δεν το αναγνωρισα...Τελος παντων, τουλαχιστον δεν μας παιδεψε να το βρουμε...’

Και με τετοιες κουβεντες, φτασαμε στο δασος. Αφου περασαμε μερικες πυλες, εστριψε σε ενα πλατυ δασικο δρομο, εφερε το αμαξι στην ακρη του δρομου και σταματησε. Γυρω μας το σκοταδι πυκνο. ‘Απο εδω θα ξεκινησουμε σημερα. Ας πιουμε λιγο καφε μεχρι να χαραξει, και ισως και να δουμε ελαφια μπροστα μας στο δρομο να περνανε. Αλλα 15-20 λεπτα και ξεκιναμε.’, μου ειπε.

 Η ωρα περασε με κουβεντα γυρω απο τη διαχειρηση του δασους, τα νουμερα ελαφιων που παιρνουν καθε χρονο και τυχον προβληματα με λαθροθηρες και ασθενειες. Μου ειπε οτι η κατανομη του εδαφους ηταν τετοια που δεν ευνοει την λαθροθηρια, μιας και οι εισοδοι στο δασος ειναι συνεχως ελεγχομενοι και υπαρχουν παντα δασονομοι που περιφερονται, ειτε γιατι κανουν ξυλεια, ειτε γιατι κυνηγουν τα ελαφια, οποτε δεν εχουν ευκαιρια να κανουν κακο οι λαθροθηρες. Η απωλεια ασβων στην περιοχη σημαινε οτι δεν υπαρχει φορεας φυματιωσης (η κυριως ασθενεια που απειλει μεγαλους πληθυσμους ελαφιων και βοοειδων), οποτε οι συνθηκες ειναι ιδανικες για τα ελαφια. Ισως, ιδιαιτερα ιδανικες...Καθε χρονο πρεπει να παρουν πανω απο 6000 ελαφια απο το δασος για να κρατησουν μια ισορροπια. Με αλλα λογια: Παραδεισος!, για καποιον σαν εμενα που χρησιμοποιει το δασος για αναψυχη και μονο.

Η ωρα ειχε περασει, και μπορουσαμε να διακρινουμε σχηματα στο αχνο φως της αυγης, στο δρομο μπροστα μας. Ειδαμε ενα θυληκο πλατωνι με το μικρο της να βοσκει 150 μετρα μπροστα απο το αυτοκινητο, ενω, μερικα λεπτα αργοτερα, ενα αρσενικο muntjac διεσχισε το δρομο απο τα δεξια προς τα αριστερα, κινουμενο απο τη μια μερια του δασους στην αλλη. Ανοιξα προσεκτικα την πορτα του αυτοκινητου και εβγαλα την καμερα απο την τσεπη μου, και προσπαθησα να τα φωτογραφησω

Photobucket
Η αποσταση και η ελλειψη φωτος δεν επετρεψαν να τα παρω, αλλα τουλαχιστον αποθανατισα την ωρα του πρωινου. Αφου εβαλα την καμερα παλι στην τσεπη, ο Ντεζ μου ψιθυρισε οτι μπορουσαμε να ξεκινησουμε το κυνηγι τωρα. Θα περπατουσαμε πανω στο δρομο της φωτογραφιας, μεχρι που θα φταναμε σε ενα μεγαλο ξεφωτο στο τελος του, καπου 800 μετρα μακρια. Προσεκτικα, εκλεισα την πορτα του αυτοκινητου, και ελεγξα το οπλο που ηταν τωρα στα χερια μου, να σιγουρευτω οτι εχει σφαιρα. Ψαχουλεψα τις τσεπες μου, οπου ενοιωσα το μαχαιρι, σιγουρεψα το δισακι μου στη μεση μου, και, με τα ραβδια στο δεξι χερι, αρχισα την αργη πορεια προς το ξεφωτο. Δεξια και αριστερα μου, πυκνα φυτευμενα πευκα, δεν επετρεπαν να δω αναμεσα τους, παρα μονο τα μονοπατια που ειχαν αφησει τα συχνα περασματα απο τα ελαφια. 200 μετρα απο το αυτοκινητο, και στα αριστερα μου, ανοιγοταν αλλος ενας πλατυς δασικος δρομος, στρωμενος με γρασιδι. Φτανοντας στην ακρη του, σταματησα, για να κοιταξω το μηκος του με τα κυαλια. Και εκει, καπου 250 μετρα μακρια, εντοπισα 4 νεαρα πλατωνια να βοσκανε στη μεση του δρομου, αμεριμνα ως προς την παρουσια μας.

Εκανα δυο βηματα πισω, ωστε να ερθω εκει που στεκοταν ο Ντεζ. ‘Τεσσερα πλατωνια’, του ψιθυρισα, ‘μες τη μεση του δρομου. Ειναι μακρια απο εδω, πρεπει να τα πλησιασω αν ειναι να τα τουφεκισω. Βλεπω ενα μοναχικο πευκακι στην ακρη του δρομου, αν φτασω ως εκει χωρις να τα τρομαξω, θα εχω τουφεκια.’
‘Πηγαινε!’ μου απαντησε ο Ντεζ, ‘θα κατσω εγω εδω και θα παρακολουθησω την εξελιξη του κυνηγιου, για να μην τα τρομαξουμε.’

Δεν χρειαστηκε να πει αλλη κουβεντα. Εκανα ενα τελευταιο ελεγχο στα ελαφια με τα κυαλια, και διαπιστωσα οτι δεν ειχαν κινηθει απο την θεση τους. Με το μυαλο μου χαραξα την πορεια που επρεπε να παρω, κινουμενος στην αριστερη μερια του δρομου, βαζοντας το πευκακι αναμεσα σε εμενα και τα ελαφια. Ξεκινησα αλαφροπατητος, σιγα σιγα, βαζοντας το ποδι μου παντα πανω στο γρασιδι, και μισοσκυμμενος, για να μην δινω στοχο με την σιλουετα μου. Ο αερας ηταν στο προσωπο μου, πραγμα που ευνοουσε την προσσεγγιση μου. Η καρδια μου αρχισε να βροντοχτυπαει με την προσδοκια της βολης...Κοντοσταθηκα ενα λεπτο και πηρα μερικες ανασες, ελεγχοντας τα ελαφια με τα κυαλια για αλλη μια φορα, προσπαθωντας να τιθασευσω την διεγερση μου. Αυτο που μου ελειπε τωρα ηταν να κανω κακη βολη λογω εξαψης και να καταστρεψω την ημερα. Ειχα φτασει καπου 140 μετρα απο τα ελαφια, και 20 μετρα μπροστα μου ηταν το πευκακι. Με πολυ προσοχη, μιας και τωρα τα ζωα μπορουσαν να με εντοπισουν με τα ματια, μου πηρε 3 λεπτα να διασχισω τα 20 αυτα μετρα.

Φτανοντας στο πευκακι, αφησα τα ραβδια προσεκτικα πανω στον κορμο του, και, με πολυ αργες κινησεις, εβγαλα το τουφεκι απο τον ωμο μου, και το περασα αναμεσα στα κλαδια του δεντρου, αφηνοντας το να σταθει σε ενα βολικο κλαδι, που μου επετρεπε να το εχω στον ωμο μου για σιγουρη βολη. Ανοιξα τα καπακια απο την διοπτρα και κοιταξα τα ελαφια. Τρια απ’αυτα εβοσκαν το ενα διπλα στο αλλο, στα αριστερα του δρομου, ενω μια ομορφη νεαρη ελαφινα ηταν λιγο πιο περα απο αυτο το γκρουπ. Αυτοματα επελεξα αυτη για την τουφεκια, μιας και το σωμα της ηταν γυρισμενο στο πλαι, και δεν ειχε αλλο ελαφι πισω της για να τραυματιστει, μιας και η σφαιρα σιγουρα θα το διαπερνουσε σε αυτη την αποσταση. Πηρα μια βαθεια ανασα, απλωσα το δεξι μου χερι κατω απο την παπια του οπλου, ωστε να ειναι αναμεσα στο οπλο και το κλαδι, και προσεκτικα, εβαλα το νηματοσταυρο της διοπτρας πισω απο τον αριστερο ωμο του ζωου. Αφου ικανοποιηθηκα οτι δεν θα κινηθει, καθως εβοσκε στο γρασιδι, το πυροβολησα.

Με την εκπυρσοκροτηση του οπλου, τα τρια ελαφια στα αριστερα εξαφανιστηκαν, ενω αυτο που πυροβολησα, σηκωσε το κεφαλι και αρχισε να τρεκλιζει επιτοπου. Αυτοματα, εβγαλα την σφαιρα και επαναοπλισα, σημαδευοντας πανω του, σε περιπτωση που δεν θα επεφτε και θα αρχιζε να απομακρυνεται. Μου φανηκε ενας αιωνας μεχρι να το δω να κανει δυο βηματα προς τα πισω και να σωριαζεται στις ξεραμενες φτερες στην ακρη του δρομου. Καταλαβα οτι ειχε πια εκπνευσει, οποτε, εβαλα το οπλο στον ωμο και γυρισα να κοιταξω πισω μου τον Ντεζ. Παρακολουθουσε το ολο επεισοδιο με τα κυαλια, και του ενευσα να ερθει εκει που ημουν εγω.

‘Πηρε την ωρα της...!’ του ειπα μολις εφτασε το δεντρακι οπου ημουν.
‘Δεν ειχα ανησυχησει. Ειδα την τουφεκια και τον ‘μπαλο’ που εκανε μετα, καταλαβα οτι την εχεις χτυπησει καιρια.’
‘Ολη την ωρα που στεκοταν, ημουν ετοιμος να της ριξω παλι. Τελευταιο που θα ηθελα ηταν να φαμε την ωρα μας να ψαχνουμε να τη βρουμε! Πρεπει να ειναι τελειωμενη τωρα παντως. Ομορφο ελαφι, πολυ ωραια χρωματα, ενω τα αλλα που εφυγαν ηταν ολα μελανα.’
‘Παμε να την δουμε’

Photobucket

(τη φωτογραφια αυτη την πηρα απο το σημειο που στεκοταν το ελαφι. Βλεπετε το δεντρακι απ’οπου εκανα την τουφεκια, στα δεξια της φωτογραφιας, λιγο πισω απο αυτο που εχει πεσει στην μεση του δρομου). Μεσα σε ενα λεπτο, ημασταν εκει που στεκοταν το ελαφι, και δεν δυσκολευτηκαμε να το βρουμε, πεσμενο πανω στις φτερες, εκει που το ειδα να καταληγει μετα την τουφεκια.

Photobucket Ενα ομορφο θυληκο πλατωνι, εναμιση ή δυο ετων, που θα ηταν λουκουμι στο τραπεζι...Κριμα που δεν μπορουσα να τα κρατησω. Αδειασα το οπλο και το αφησα μαζι με το δισακι μου στο χωμα, και αρχισα την ετοιμασια για το ξεκοιλιασμα του ελαφιου. Πηρα το μαχαιρι και το εκοψα πισω απο τα δυο πισω ποδια, περνωντας το ενα ποδι μεσα στην εγκοπη του αλλου. Σηκωσα το ελαφι και το κρεμασα απο τα δυο πισω ποδια σε ενα κλαδι απο ενα πευκο και, αφου το στεργιωσα, εβαλα το μαχαιρι στη βαση του λαιμου του και εκοψα την αορτη, και μετα τις δυο καρωτιδες.

Το αφησαμε να στεγνωσει για 2-3 λεπτα, και μετα αρχισα να το ξεκοιλιαζω υπο την εποπτευση του Ντεζ, και ακολουθωντας τις χρησιμες συμβουλες του, ως προς την φορα του μαχαριου, και την τοποθετηση του εντερου. Μεσα σε 5 λεπτα, τα εντοσθια ηταν στο πατωμα, μαζι με το κεφαλι της ελαφινας. Συνεχισαμε με την αναγνωριση των λεμφαδενων και την εξεταση των οργανων, και, μιας και σιγουρευτηκαμε οτι το ελαφι ηταν υγιες, πηρα τα εντοσθια και τα εθαψα σε ενα ρηχο λακκο, μες το πυκνο, ωστε να μην γινουν προβλημα για τυχον διαβατες και οδοιπορους που ηρθαν να χαρουν το δασος.

‘Ασ’το εδω να κρεμεται και να κρυωσει, θα συνεχισουμε την πορεια, πηγαινοντας αριστερα στο τερμα αυτου του δρομου, και μετα παλι αριστερα, ωστε να φτασουμε στο αμαξι. Ερχομαστε τοτε και το παιρνουμε με την ησυχια μας.’
‘Ο’τι πεις!’ του απαντησα. ‘Μιας και δεν τα εκανα μανταρα με αυτο το κυνηγι ειμαι ανακουφισμενος, για να σου πω το λιγοτερο!’.

Πραγματικα, μονο η πικρη γευση που σου αφηνει η αδρεναλινη στο στομα, ηταν το μονο αρνητικο του πρωινου μεχρι τωρα. Το οπλο εκανε αυτο ακριβως που επρεπε, το ελαφι δεν πηγε μακρια και η επεξεργασια του πηγε κατ’ευχην. Οτι και να συνεβαινε απο εδω και μπρος, θα ηταν δωρο. Ξεκινησαμε σιγα σιγα, αλλα και χωρις ιδιαιτερη προσοχη, μιας και ο θορυβος που καναμε τοσην ωρα θα ειχε αδειασει τον τοπο απο θηραματα. Νωριτερα, ενα θυληκο muntjac ειχε περασει το δρομο, πανω απο εκει που ειμασταν, και κοντα εκει που στεκομουν για να τουφεκισω το πλατωνι, αλλα, άλλα ελαφια δεν ειχαμε δει. Φτασαμε στο τελος του δρομου και καναμε αριστερα. Το τοπιο αλλαζε και παλι. Διπλα μας οι πυκνοφυτεμενες φυτειες απο πευκα, αλλα μπροστα μας ανοιγοταν ο τοπος, με μικρα νεοφυτα δεντρα στα δεξια και μπροστα μας, σε μια αλανα που ενωνοταν 4 δρομοι.

Photobucket Λιγο πιο μπροστα απο εκει που στεκομασταν, μια συσταδα πανυψηλων σκοτζεζικων πευκων, χωριζε τα πυκνοφυτεμενα απο ενα μικρο δασακι με λευκες, που περιτρυγυριζε ενα εγκαταλελειμενο σπιτι.

Πηρα την καμερα και τραβηξα μερικες φωτογραφιες, και την εβαλα στην τσεπη μου. Δεν προλαβα να κανω 5 βηματα, οταν, μεσα απο τα σκωτζεζικα πευκα, αναμεσα στα ξεροχορτα που ηταν στη βαση τους, ειδα μια μικρη, γρηγορη κινηση απο ενα καφετι ζωο. Η διαδρομη του θα το εφερνε γρηγορα στο δρομο, και δεν ειχα αλλη επιλογη απο το να γονατισω γρηγορα, αφηνοντας τα ραβδια στο χωμα και φερνοντας ταυτοχρονα το οπλο στον ωμο. Δεν ειχα προλαβει να κανω ολες αυτες τις κινησεις, οταν ενα θυληκο muntjac ξεπροβαλε στο οριο του δασους και κοντοσταθηκε για μια στιγμη. Το κεντρο του σταυρονηματος ηταν κιολας στον ωμο του και η εκπυρσοκροτηση του οπλου ηρθε αυτοματα σχεδον.

Ειδα το ελαφι να σωριαζεται εκει που στεκοταν, 60-70 μετρα μακρια απο εμας. Ανακυκλωσα το ουραιο και εβαλα τον καλυκα στην τσεπη μου, καθως σηκωνομουν απο τη θεση μου. Ο Ντεζ, στη συνηθισμενη θεση του 3 μετρα πισω μου, χαμογελουσε.

‘Δεν ηθελα να του δωσω ευκαιρια να ξεφυγει με τα ραβδια, και μολις πηρα χαμπαρι οτι ειναι muntjac και θυληκο, του εριξα...’, ειπα σχεδον κανοντας απολογια...

‘Δεν προλαβε να κανει κιχ! Την εκανες πολυ γρηγορα την τουφεκια, νομιζα οτι δεν θα προλαβεις να του ριξεις. Εδω που τα λεμε, οταν σε ειδα να γονατιζεις, δεν ηξερα τι εκανες, δεν το ειχα δει το ελαφι!’
‘Ερχοταν γρηγορα απο τα αριστερα, δεν ειχα χρονο να εξηγησω’, του απαντησα. ‘Παμε να το δουμε, δεν υπαρχει αμφιβολια οτι ειναι νεκρο, δεν χρειαζεται να περιμενουμε!’

‘Εσυ εισαι ο εξεταστης, οτι πεις γινεται!’ τον πειραξα. Η πρωινη κουβεντα και τα γεγονοτα νωριτερα, μου ειχαν δωσει το θαρρος να απευθυνομαι στον Ντεζ σαν να ηταν παλιος φιλος, και, αν τον πειραξε, δεν μου το εδειξε. Πλησιασαμε το ελαφι που κοιτωνταν στο δρομο ακριβως εκει που το ειχε παρει η σφαιρα. Το ειχε διαπερασει και απο τους δυο ωμους και το ειχε κατακεραυνωσει.

 Photobucket
Οντας το μεγεθος ενος σπανιελ, το επιασα απο τα δυο ποδια και το πηγαμε στα πευκακια στα δεξια για να το επεξεργαστουμε. Δυο λεπτα αργοτερα, το ειχαμε κοψει στη μεση (μιας και το μπροστινο μερος ειχε πια αχρηστευτει) και ειχαμε κρεμασει το ‘καλο’ μισο σε ενα δεντρακι. Η ωρα ηταν 9.00, και μεσα σε μιαμιση ωρα απο την ωρα που ξεκινησαμε, ειχα ηδη δυο ελαφια ετοιμα. Καταλαβα οτι το πρωινο κυνηγι ειχε τελειωσει.

Ο Ντεζ μου το επιβεβαιωσε: ‘Παμε να παρουμε το αυτοκινητο. Μιας και εχεις δυο ελαφια κιολας, ειναι ευκαιρια να παμε στο ψυγειο να τα αφησουμε και να δεις και πως ειναι το μερος εκει.’

Ηξερα οτι θα ηταν πλεονασμος να επιμεινω, και, μιας και χρειαζομουν 3 κυνηγια για να παρω το διπλωμα, ηξερα οτι ειχα επισης εκπληρωσει τις αναγκες της αξιολογησης. Ο Ντεζ με ρωτουσε συνεχεια ερωτησεις σε σχεση με την υγεια και την κατεργασια των ελαφιων, τις απαντησεις των οποιων ηξερα οτι θα χρησιμοποιουσε για την αναφορα που θα εγραφε για την ικανοτητα μου ως κυνηγου. Παρ’ολη την διψα μου για ακομα περισσοτερες περιπετειες στο δασος, καταλαβα οτι πρεπει να δειξω ‘χαρακτηρα’, και ετσι ξεκινησαμε για το αμαξι. Πηραμε τα δυο ελαφια και πηγαμε στα κεντρικα γραφεια του δασαρχειου της περιοχης. Εκει, σε μια ακρη, ηταν ενα εξειδικευμενο κτηριο.

Παρκαραμε το αυτοκινητο διπλα σε μια μεγαλη πορτα, με μια ραγα να εκτεινεται καθετα απο επανω της, και ο Ντεζ μου ενευσε να τον ακολουθησω. ‘Ελα να σου δωσω ρουχα’, μου εξηγησε, ‘και να υπογραψεις το βιβλιο. Ο καθενας που μπαινει σε αυτο το χωρο πρεπει να εχει καθαρα ρουχα και παπουτσια και να υπογραφει το αρχειο.’

Ετσι και καναμε και, 5 λεπτα αργοτερα φορουσα ασπρη μπλουζα και καπελο και ασπρες γαλοτσες, που ηταν μονο για το χωρο εκεινο. Προχωρησαμε μεσα απο ενα διαδρομο και βρεθηκαμε στην μεσα πλευρα της μεγαλης πορτας, εξω απο την οποια ειχε παρκαρει το αμαξι ο Ντεζ. Ανοιξε την πορτα, και πηγαμε στο αμαξι απ’οπου πηραμε την λεκανη που ειχαμε βαλει τα ζωα. Τα φεραμε στο χωρο επεξεργασιας, οπου με προζυγισμενα τσιγκελια τα κρεμασαμε στις ειδικες κρεμαστρες.

‘Καθε ζωο που ερχεται στο ψυγειο παιρνει την ταμπελα του, μολις το βαλεις στο τσιγκελι. Τυπωνεται αυτοματα και πρεπει να την επισυναψεις στο κουφαρι για να το αναγνωριζει το συστημα και ο εμπορος που θα το αγορασει’. Και με αυτες τις κουβεντες, ανοιξε την πορτα του κυριως ψυγειου. Μεσα εκει καπου 100 κουφαρια κρεμοταν σε απολυτη ταξη και με υγιεινες συνθηκες.

Photobucket
Πλατωνια, ζαρκαδια, muntjak και 3-4 κοκκινα ελαφια, περιμεναν την περισυλλογη τους απο τον εμπορα στο τελος της εβδομαδας. Εντυπωσιακη οργανωση, με απολυτο σεβασμο στο θηραμα και την καταληξη του στο τραπεζι. Τα παντα ειχαν τη θεση τους, ειδικα μαχαιρια, καδοι απορριματων ο καθενας ερμητικα κλεισμενος και με ταμπελες να σου λενε τι πρεπει να ριξεις στον καθενα, η θερμοκρασια παντα σταθερη στους 4 βαθμους...

Αφου τακτοποιησαμε τα κουφαρια, κολλησαμε τα ταμπελακια τους και υπογραψαμε στο βιβλιο, αφησαμε τις γαλοτσες και τις ποδιες και γυρισαμε στο αυτοκινητο, οπου πλυναμε τα εργαλεια μας και τη λεκανη που ειχαμε κουβαλησει τα ελαφια.

‘Παμε να ξεκουραστουμε 2-3 ωρες και τα ξαναλεμε το απογευμα, για το απογευματινο κυνηγι. Ετσι κι’αλλιως τωρα εχουμε επιτυχει τους σκοπους του ταξιδιου σου, μπορουμε να χαλαρωσουμε.’, ειπε ο Ντεζ, βαζοντας μπροστα το αμαξι.


‘Εγινε, να παω να ξαπλωσω λιγακι, γιατι η χθεσινη περιπετεια δεν μ’αφησε να κοιμηθω καλα, και θελω να ειμαι φρεσκος για το απογευμα.’, του ειπα. Και ετσι, 10 λεπτα αργοτερα, εμπαινα στο αυτοκινητο μου και ξεκινουσα για το ξενοδοχειο, ανακουφισμενος για την εξελιξη του πρωινου και χαρουμενος για την τυχη που ειχα. Ηξερα οτι το ταξιδι αυτο θα ειναι κατι που θα το θυμαμαι για καιρο, και αυτα που συνεβησαν στα επομενα δυο κυνηγια, πραγματικα μου το επιβεβαιωσαν....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου