Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Στη Ζουγκλα....Μερος 7ον!


  ΚΥΡΙΑΚΗ 4Η ΜΕΡΑ

Αυτή τη φορά ήξερα τι με ξύπνησε. Ο στριγκός βήχας του Ίμπις με βρήκε μισοντυμένο με παραλλαγή. Η έξαψη της πρώτης περιήγησης στη σαβάνα με το όπλο ανά χείρας μόλις που μου επέτρεψε να συναντηθώ με το Μορφέα. Είχα σηκωθεί αχάραγα μαζί με τον αδελφό μου για να είμαστε έτοιμοι για αναχώρηση με το πρώτο φως. Οι άγγλοι απέναντι καταστρώναν το δικό τους σχέδιο για την εξόρμηση. Το πρωινό γεύμα προμηνυόταν σύντομο. Κοίταξα τον αδελφό μου που ντυνόταν. 
-           Τα μακριά σώβρακα θα τα βάλεις πάνω από την παραλλαγή; Είναι άσπρα, αν ξέχασες.
-          Δεν αφήνεις την πλάκα πρωί-πρωί;
-          Απλά το λέω γιατί θα σου χαλάσει την κάλυψη...
-          Δεν κάνει τόσο κρύο.
-     Ά! Ξέχασα. Κουβάλαγα τριάντα κιλά μάλλινα από την Ελλάδα για να τα αερίσω στον αφρικάνικο αέρα. Ή μήπως θα τα φοράμε για να σκληραγωγηθούμε δυσκίνητοι σε συνθήκες αφόρητης ζέστης; Έπρεπε να μου το έχεις πει να κάνω αίτηση για πυροσβέστης. Να τρέχει μέχρι να γυρίσουμε μην χάνω χρόνο…
-   Καλάααα… Ήθελα να χρειαζόσουνα ρούχα και να μην έχεις. Να πάθεις κρυοπαγήματα στη σαβάνα. Να έβλεπα τι θα έλεγες τότε.
-       Θα σε πάω και εγώ στην Αλάσκα για κυνήγι με μπικίνι. Μην πάθεις θερμοπληξία και δεν έχεις τι να πεις. Έχε χάρη που με περιμένει η δόξα εκεί έξω. Ήρθε η ώρα να διδάξω!
-          Δεν αφήνεις τις σοφιστείες λέω εγώ; Θα σε δω με το 7Χ57. Κοίτα μην ξεχάσεις τις σφαίρες.
-          Εγώ θα κοιτάξω και κοίτα να κοιτάξεις και εσύ μήπως μάθεις τίποτα για το κυνήγι στη σαβάνα! Ακόμα και με το 7Χ57 που δεν έχω τουφεκίσει.
-          Σήκω προφέσορα, εκτός και αν ήρθες εδώ για διαλέξεις. Ιδού η Ρόδος…
-          Το υπόλοιπο άστο σε μένα. Πάμε.

Πήραμε τα πράγματά μας και κατευθυνθήκαμε στο σπίτι. Το τραπέζι στην βεράντα ήταν στρωμένο. Η Σάντη είχε ετοιμάσει τα δέοντα, αλλά όλοι μας αρκεστήκαμε σε ένα φλιτζάνι καφέ και λίγα μπισκότα. Πιο πολύ ασχοληθήκαμε να διαλέξουμε αυτά που θα βάζαμε στις τσάντες που θα παίρναμε μαζί μας. Λίγα φρούτα, μπισκότα, ένα σάντουιτς και κανένα χυμό (οι σοκολάτες ήταν ήδη μέσα). Θα γυρίζαμε πίσω για το μεσημέρι, οπότε οι προμήθειές μας ήταν περιορισμένες. Ο αδελφός μου έκανε να βγει από το δωμάτιο.

-          Παραλίγο να ξεχάσω! Περίμενε λίγο. Έρχομαι.
-          Πού πας;
-          Θα δεις. 
 Ήρθε μετά από δύο λεπτά κρατώντας δύο χαρτιά υγείας με πρόσωπο να λάμπει. Μου πρότεινε το ένα.
-          Πάρε! Θα σου χρειαστεί.
-          Όλο αυτό; Έχω πάρει μερικά κομμάτια αν χρειαστώ…
-          Πάρε που σου λέω.

Πρώτη φορά έβλεπα προφήτη γαστρεντερολόγο και τύχαινε να είναι αδελφός μου. Το πήρα διστακτικά να μην του χαλάσω το χατίρι. Δεν πρέπει να τους λες όχι….
-          Δε με πονάει η κοιλιά μου….
-          Δεν είναι για σένα!
-     Ναι, αλλά εγώ θα το κουβαλάω. Αν είναι να συναντήσουμε καμιά φυλή είναι πιο αποτελεσματικά τα καθρεφτάκια. Με τα χαρτιά υγείας δεν το γλυτώνουμε το καζάνι.
-          Το τοπίο στη σαβάνα είναι μονότονο. Θα σου χρειαστεί για να μαρκάρεις το μέρος.

Η αλήθεια είναι ότι δεν την ξέρω καλά τη φάρμα και είναι μεγάλη. Φαντάστηκα τον εαυτό μου να περπατάει και να αφήνει πίσω του τετράγωνα χαρτάκια.
-          Καλά, κάτι θα ξέρεις εσύ. Αν πέσουμε όμως πάνω σε κανένα μπαμπουίνο με διάρροια θα την πατήσουμε σαν τον Κοντορεβιθούλη….
-          Δε θα γεμίσουμε τον τόπο! Θα τυλίξουμε ψηλά πάνω στα δέντρα που από κάτω θα βάλουμε τα ζώα που θα σκοτώσουμε. Για να μπορέσουμε να τα βρούμε εύκολα στο μάζεμα. Το χαρτί είναι άσπρο και φαίνεται από μακριά. Όταν πάρουμε τα ζώα θα το βγάλουμε για να μην μπερδευτούμε άλλη μέρα. Αλλά τώρα που το σκέφτηκα, έχεις δίκιο. Εσένα δε σου χρειάζεται.
-          Χα! Γελάσαμε. Πού το βρήκες, να ξέρω μήπως και χρειαστεί να έρθω για ανεφοδιασμό;
-          Βάρα εσύ και θα σου δώσω και το δικό μου. Μη φοβάσαι. Άντε πάμε.

Χώσαμε τα χαρτιά στις τσάντες, ήπιαμε την τελευταία γουλιά σχεδόν ταυτόχρονα και αρχίσαμε να φορτωνόμαστε. Η Σάντη μας ζήτησε να χτυπήσουμε κανένα springbok για το βραδινό τραπέζι. Σήμερα θα επέστρεφε ο Κρις και θα ερχόταν και οι επαγγελματίες που θα συμμετείχαν στο cull. Με την ευθύνη να πέφτει βαριά στους ώμους μας, τη χαιρετίσαμε και επιτέλους πήραμε το δρόμο για τη σαβάνα να κάνουμε το χρέος μας!

 Μετά από λίγο οι δρόμοι μας με τους άγγλους χώρισαν. Εγώ με τον αδελφό μου θα πηγαίναμε στις πεδιάδες γύρω από τις τεχνητές λιμνούλες και οι άγγλοι στα υψώματα. Τα ζώα πιθανότατα θα έβοσκαν, αλλά άλλο να τα κοιτάς από μακριά και άλλο να φτάσεις σε απόσταση βολής. Εμείς θα τα βλέπαμε, αλλά οι άγγλοι θα είχαν περισσότερες πιθανότητες να πλησιάσουν για βολή. Όχι ότι χρειαζόταν να έρθουν και πολύ κοντά αν κρίνω από τη μαϊμού στο σκοπευτήριο….

Περπατούσαμε για αρκετή ώρα μιλώντας χαμηλόφωνα με συχνές στάσεις για να παρατηρήσουμε τριγύρω με τα κυάλια. Βλέπαμε ζώα να βόσκουν στα ανοιχτά, αλλά ο αέρας δεν ήταν ευνοϊκός για να πλησιάσουμε. Τουλάχιστον αυτό έλεγε η στάχτη που έχυνε περιοδικά (σα να έκανε μικρές σπονδές) ο αδελφός μου από το μικρό μπουκαλάκι που έκρυβε επιμελώς στην τσέπη του. Δεν ξέρω τι είχε κάψει, αλλά το εμπιστευόταν απόλυτα.

Πλησιάζαμε την πιο απομακρυσμένη τεχνητή λιμνούλα και ο αδελφός μου πρότεινε να χωριστούμε. Εγώ θα πήγαινα προσεκτικά γύρω-γύρω σύρριζα με το λοφίσκο που βρισκόταν στο άνω όριο ενώ αυτός θα προχωρούσε ευθεία για να συναντηθούμε στην όχθη όπου τελείωναν οι πεδιάδες. Ελπίζαμε να πετύχουμε κανένα ζώο που ξέκοψε για να σβήσει τη δίψα του. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να καίει.

Χωρίς να κάνω σχόλια για τα μάλλινα που κουβάλησα, ξεκίνησα την κυκλική πορεία με προσοχή. Τα μάτια μου δεκατέσσερα. Τα αυτιά μου ραντάρ. Όλες μου οι αισθήσεις στην τσίτα. Έπρεπε να επιστρατεύσω όλες μου τις δυνάμεις για να νικήσω τις αδυναμίες μου ως είδος και τις χαμένες μου δεξιότητες ως μόνιμος θαμώνας μαλακών μαξιλαριών. Γιατί η επιβίωση στην φύση δε συγχωρεί….
Είχα ήδη διανύσει τα μισά της προσυμφωνημένης διαδρομής. Είχα αρχίσει να χάνω τις ελπίδες μου και να χαλαρώνω. Η μαύρη παραγεμισμένη τσάντα με τραβούσε προς τα πίσω και το όπλο βάραινε στο χέρι μου. Ο καυτός ήλιος με έκανε να σκέφτομαι το μικρό απαγορευμένο μπουκαλάκι που σοφά με προμήθευσε η γυναίκα μου πριν φύγω από την  πόλη. Τα μαύρα γυαλιά, η μόνη μου ανακούφιση στην αντηλιά, βάραιναν και γλιστρούσαν στην ιδρωμένη μου μύτη. Εγώ στεκόμουν ακίνητος. Η περιφερική μου όραση είχε συλλάβει κάτι παράταιρο. Μπορεί τα ραβδία να φημίζονται για την ικανότητά τους να διακρίνουν στο σκοτάδι, εδώ όμως ξεχώρισαν ένα άσπρο στίγμα λουσμένο στο φως. Springbok! Το παρατηρούσα να χαζεύει σε ένα μικρό ξέφωτο δίπλα στη λίμνη μασουλώντας το πράσινο χορτάρι. Δε με είχε δει. Ήμουνα αρκετά μακριά για να ρίξω. Αν και δεν είχα το μπουκαλάκι του αδελφού μου να κάνω σπονδή, αποφάσισα να συνεχίσω την πορεία μου μέχρι τη ρίζα του λοφίσκου και να βγω μπροστά του για να μην με μυρίσει. Χαμήλωσα και ξεκίνησα προσεκτικά μην κάνω φασαρία.

Ακολούθησα μικρά μονοπατάκια και έφτασα στον λόφο χωρίς να μπορώ να δω τη γαζέλα. Την πορεία μου εμπόδιζαν κάτι βράχια. Τα ανέβηκα με μεγάλη προσοχή γιατί τώρα κάθε λάθος θα γκρέμιζε όλη την προσπάθεια. Πίσω από τα βράχια ξεκινούσε ένα μονοπάτι που έβγαζε στη λίμνη μπροστά από το άνοιγμα που είχα δει τη γαζέλα να βόσκει. Όπλισα, καθώς η πολυπόθητη συνάντηση ήταν λίγα μέτρα μακριά. Κάθε βήμα μου γινόταν αργά, βασανιστικά. Τα πόδια μου μπορούσα να τα ελέγξω, σε αντίθεση με την καρδιά μου που έκανε τα δικά της. Είχα αφήσει τα βράχια καμιά δεκαριά μέτρα πίσω. Με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά έσκυψα να περάσω ένα αγκαθωτό κλαδί που απλωνόταν και απειλούσε το καπέλο μου.

Πάγωσα. Το μικρό άνοιγμα που οδηγούσε στη λίμνη ήταν κατειλημμένο. Ένας φακόχοιρος με ανήσυχη ουρά είχε πάρει πόζα καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά, ή μάλλον κοντά! Η σαβάνα είναι γεμάτη εκπλήξεις. Άθελά μου βρέθηκα στο τελικό στάδιο του τεστ κοπώσεως χωρίς να περάσω από τα προηγούμενα! Η υπερβολική δόση αδρεναλίνης έτσουζε μέσα στις φλέβες μου. Κατέβασα το πόδι μου από το βράχο προσεκτικά και πάτησα ξανά στο χώμα. Με καρδιά κολυμπριού και σώμα βραδύποδα γονάτισα και έφερα το όπλο στον ώμο. Αν και δεν είχα ξαναρίξει με αυτό, ήταν ρυθμισμένο στα 100 μέτρα. Έφερα τη διόπτρα στο μάτι και το πεδίο γέμισε από ένα τρεμάμενο φακόχοιρο με φόντο μία λίμνη. Τα ρίχτερ ήταν πολλά. Έμεινα ακίνητος σα να περίμενα το τσουνάμι. (Αλήθεια, οι λίμνες κάνουν τσουνάμι;). Το ζωντανό δε φάνηκε να το έχει καταλάβει και συνέχιζε τη νωχελική του πορεία αποκαλύπτοντας το αριστερό του προφίλ. Πήρα βαθειά ανάσα και ξανακοίταξα. Ο σεισμός είχε μειωθεί. Ο δεξής μου δείκτης άρχισε να αναζητά στα τυφλά τη σκανδάλη. Κατάπια. Είχα την πολυτέλεια του χρόνου και πήρα ακόμα μία ανάσα. Έφερα το νηματόσταυρο μπροστά από το ζώο. Αγνόησα το κεφάλι και σταμάτησα  στον ώμο, όπως είχε πει ο αδελφός μου. Το μυαλό μου άδειασε. Όλο μου το είναι ταυτίστηκε με ένα μισοκαραφλό καφετί σώμα. Τα μυτερά πετραδάκια που βρίσκονταν κάτω από το γόνατό μου εξαφανίστηκαν μαζί με το υλικό μου σώμα. Είχα περάσει σε άλλη διάσταση. Αυτή που κυριαρχείται από κυρτές σκανδάλες και πωρωμένους εγκεφάλους. Άρχισα να ζω σε αργή κίνηση.
Το μάγουλό μου βολεύτηκε στο κοντάκι και μαρμάρωσε. Τα βλέφαρά μου πέρασαν πάνω από τα μάτια μου να τα υγράνουν. Οι κόρες μου διαστάλθηκαν και τα μάτια μου γέμισαν φως. Μισοέβγαλα τον αέρα και σταμάτησα. Όλα αυτά έγιναν αυτόματα, αποτέλεσμα πολλών ωρών προπόνησης υπό σταθερές συνθήκες, για να είμαι έτοιμος όταν οι συνθήκες δε θα ήταν σταθερές. Όπως τώρα. Η σκανδάλη ήταν σκληρή. Κρατούσα ένα όπλο κυνηγετικό στην Αφρική και όχι ένα αγωνιστικό αεροβόλο στο σκοπευτήριο. Συνέχισα την πίεση περιμένοντας το απότομο σπάσιμο. Ο κρότος με ξάφνιασε. Δεν είχα βάλει τις ωτοασπίδες που μου προμήθευσε ο αδελφός μου. Δεν είχα μυαλό για ωτοασπίδες όταν έπρεπε να τις φορέσω. Τα μάτια μου έκλεισαν ενστικτωδώς πριν ακόμα αρχίσει το βούισμα που με ξανάφερε στην πραγματικότητα.
 Ο φακόχοιρος είχε εξαφανιστεί. Σηκώθηκα και το αριστερό μου γόνατο άρχισε να παραπονιέται για τα πετραδάκια. Το έτριψα καθώς επιτάχυνα προς το φακόχοιρο. Δεν είχε νόημα να κινηθώ προσεκτικά, μια και ο θόρυβος της τουφεκιάς σίγουρα έδιωξε ό,τι μπορούσε να κινηθεί. Οι δυο τουφεκιές από την πλευρά του αδελφού μου ήρθαν ως επιβεβαίωση ότι έθεσα τα ζώα σε κίνηση. Έλπιζα να είχε πετύχει τη γαζέλα. Διέσχισα τα λίγα μέτρα μέχρι το σημείο που ήταν ο φακόχοιρος για να επιβεβαιώσω αυτό που είπα πριν. Ό,τι μπορούσε να κινηθεί είχε εξαφανιστεί. Ο φακόχοιρος πουθενά! Κοίταξα γύρω-γύρω για αίμα, αλλά τα σκούρα γυαλιά μάλλον δε με αφήναν να δω καλά. Τα έβγαλα και τα κρέμασα στην τσέπη του πουκάμισου ενώ τα μάτια μου σάρωναν το γύρω χώμα. Πάλι τίποτα. Άρχισα να κινούμαι αργά προς την κατεύθυνση που κοιτούσε το ανυποψίαστο ζώο ψάχνοντας για ίχνη. Το χώμα ήταν γεμάτο πατημασιές και ήταν αδύνατο να ξεχωρίσω τα χνάρια του πανικόβλητου ζώου λίγα μέτρα μετά. 

Είχα αρχίσει να κάνω κύκλους κοιτώντας το χώμα και εικασίες για το που μπορεί να πήγε το τραυματισμένο ζώο, όταν εμφανίστηκε ο αδελφός μου. 

-          Τι έγινε κυνηγέ μου; Άκουσα τουφεκιά.
-          Φακόχοιρος. Από τους μεγάλους. Του έριξα από τα πενήντα μέτρα, αλλά δεν έπεσε. Εσύ πήρες τίποτα;
-      Πήρα ένα springbok και αστόχησα σε ένα που ήρθε τρέχοντας μετά την τουφεκιά σου. Άκουσες τη σφαίρα να βρίσκει στο σώμα;
-          Μετά το μπαμ, απορώ που ακούω και σένα. Η γαζέλα που ήρθε τρέχοντας έβοσκε εδώ.
-          Άμα δεν άκουσες δεν τον πέτυχες. Πού ήταν όταν του έριξες;

Πήγα και του έδειξα το σημείο, ψάξαμε πολύ ώρα προς όλες τις κατευθύνσεις μέχρι που κατάλαβα ότι ήταν μάταιο. Τώρα απλά έλπιζα να έχω αστοχήσει για να μην πάει χαμένο το ζώο. Ο ήλιος μας είχε ψήσει.

-          Πάμε να φύγουμε. Δε βγάζουμε άκρη.
-          Καλά. Πάω εγώ από κάτω γύρω από τη λίμνη. Εσύ έλα από πάνω να συναντηθούμε από την άλλη μεριά.

Με άφησε και ξεκίνησε για την κάτω μεριά. Έφερα το χέρι στο στήθος να πάρω τα γυαλιά. Η αντηλιά τύφλωνε. Η προστασία για τα μάτια μου έμοιαζε βάλσαμο. Το χέρι μου έπιασε αέρα. Κοίταξα εκεί που έπρεπε να κρέμονται τα γυαλιά και δεν είδα τίποτα. Βλαστήμησα! Θα μου έπεσαν ενώ έψαχνα! Άρχισα πάλι τους κύκλους, χωρίς αποτέλεσμα. Η σαβάνα είχε πάρει τι τρόπαιό της για τη συγκίνηση που μου πρόσφερε. Τις πρώτες δύο μέρες έχασα τους καλύτερους συμμάχους μου για τον καυτό αφρικάνικο ήλιο. Μου έμειναν τα μάλλινα. Αναστέναξα και ξεκίνησα να κάνω του γύρο από την πάνω μεριά της λιμνούλας με τα μάτια μισόκλειστα.
Αν ποτέ δείτε στη σαβάνα ένα φακόχοιρο με γυαλιά ηλίου σας παρακαλώ πολύ να του πείτε να μου τα επιστρέψει!

Σκαρφάλωσα το βραχώδες έδαφος και πέρασα από την άλλη μεριά της λίμνης. Δεν είχα δει τίποτα. Άρχισα να περπατάω προς την πεδιάδα όπως είχαμε συνεννοηθεί. Στο βάθος έβοσκαν πολλά ζώα, αλλά ο αέρας δεν ήταν ευνοϊκός για να πλησιάσω. Είχα την λίμνη πίσω αριστερά μου, όταν είδα ένα φακόχοιρο να περπατά ανάμεσα σε μένα και τον αδελφό μου με κατεύθυνση την πεδιάδα. Ήταν μακριά για βολή. Αποφάσισα να του κλείσω το δρόμο για να πάει προς τα κάτω όπου κινείται ο αδελφός μου. Ήθελα να κρατηθώ μακριά του προς την πεδιάδα για να του κόψω το δρόμο και να είμαι έξω από την τροχιά της σφαίρας αν ρίξει ο αδελφός μου. Ο φακόχοιρος με είδε και άλλαξε πορεία όπως ήθελα. Αρχίσαμε ένα άτυπο κυνηγητό που έληξε μετά από με ένα υπόκωφο ήχο που τον σώριασε στο έδαφος. Περίμενα να δω τον αδελφό μου για να κάνω αισθητή την παρουσία μου. Δεν άργησε να φανεί. Κούνησα το χέρι μου να με δει και πήγα να τον βρω.

-          Είδες που τον βάρεσα;
-         Φυσικά και τον είδα. Αφού τον σαλαγούσα κανένα χιλιόμετρο να σου τον φέρω, φυσικά και τον είδα. Εμφανίστηκε στη μέση της λίμνης και πήγαινε προς την πεδιάδα. Από εκεί τον φέρνω.

Πήραμε φωτογραφίες, κουβαλήσαμε το ζώο στη σκιά να το ετοιμάσουμε και ο αδελφός μου πήρε τον Πιέρ τηλέφωνο να έρθει να μας μαζέψει. Η ώρα είχε περάσει. Το καθήκον μας το είχαμε κάνει. Ήταν ώρα να γυρίσουμε σπίτι.

 photo DSC00663.jpg Το Land Rover έκανε θορυβώδη άφιξη μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης. Έσερνε από πίσω ένα τρέιλερ όπου φορτώσαμε τον φακόχοιρο. Μπήκαμε μέσα και υπό τις οδηγίες του αδελφού μου κατευθυνθήκαμε προς τη γαζέλα. Ήξερε τη φάρμα σαν την τσέπη του! Εγώ μπορούσα να χαθώ δέκα μέτρα έξω από το σπίτι. Ούτε χαρτί υγείας δεν είχε βάλει στο δέντρο. Φορτώσαμε το κουφάρι στο τρέιλερ και γυρίσαμε στο σπίτι.
Ο Πιέρ πάρκαρε στο πλάι του σπιτιού. Εκεί πρόσεξα για πρώτη φορά ένα σιδερένιο κατασκεύασμα σαν σκελετό από μικρό δωμάτιο. Τέσσερις κολώνες που στηρίζαν ένα τετράγωνο δύο και κάτι μέτρα πάνω από το έδαφος. Ο Γκάρεθ και ο Ντέιβιντ ήρθαν να μας βρουν. Ο Πιέρ ειδοποίησε δύο εργάτες της φάρμας να μας βοηθήσουν με τα ζώα. Οι άνθρωποι ήταν απίστευτοι. Κρέμασαν τα κουφάρια στο μεταλλικό κατασκεύασμα που ήταν ειδικό για επεξεργασία των κουφαριών. Τα έγδαραν σε ελάχιστο χρόνο και με τα μικρά τους μαχαιράκια αφαίρεσαν όλο το κρέας από τα ζώα και άφησαν το σκελετό να κρέμεται. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο, .η μάλλον είχα ξαναδεί κάτι παρόμοιο στα ανατομεία, αλλά με πολύ μικρότερη ταχύτητα. Η επιδεξιότητά τους ήταν αξιοθαύμαστη. Προφανώς το έχουν κάνει πολλές φορές….

Μετά την απρόσμενη επίδειξη πήγαμε σπίτι. Οι άγγλοι αποφάσισαν να βγουν για μια απογευματινή βόλτα ενώ εμείς αποφασίσαμε να μείνουμε σπίτι να περιμένουμε τον ιδιοκτήτη της φάρμας Κρις και τους επαγγελματίες κυνηγούς (αυτούς ακόμα δεν καταλαβαίνω τι τους χρειαζόμαστε) γιατί αύριο αρχίζει το cull!

Ο Κρις έφτασε μετά από λίγο. Χαιρετήθηκε εγκάρδια με τον αδελφό μου και έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις. Στιβαρός άνθρωπος. Ψημένος από τη ζωή. Το βλέμμα του φιλικό και φιλόξενο. Ήξερες όμως ότι δεν πρέπει να τον προκαλέσεις. Δεν ήταν σωματώδης. Απλά σίγουρος για τον εαυτό του. Δεν είναι εύκολο πράμα να διατηρείς μία φάρμα μακριά από τον πολιτισμό.

Περιμέναμε λίγο να τακτοποιηθεί και σύντομα βρεθήκαμε στην αυλή με ποτά στο χέρι να κουβεντιάζουμε σαν παλιοί φίλοι γύρω από μια αναμμένη φωτιά τρώγοντας biltong (αποξηραμένο κρέας γαζέλας κομμένο λεπτές φέτες). Ο Γκάρεθ και ο Ντέιβιντ επέστρεψαν και προστέθηκαν στην παρέα. Οι επαγγελματίες άρχισαν να καταφτάνουν και να βολεύονται στο κατάλυμα που είχε ετοιμαστεί να τους υποδεχτεί. Το σπίτι άρχισε να γίνεται ένα πολύβουο μέρος με ανθρώπους που μιλούσαν δυνατά κρατώντας ένα ποτήρι. Κοινός μας τόπος το κυνήγι! Μιλούσαμε για όπλα, διαμετρήματα, θηράματα. Τα ψέματα έδιναν και έπαιρναν. Απίστευτες βολές και ακόμα πιο απίστευτα θηράματα σήκωναν ποικίλα σχόλια χωρίς τελειωμό. Όταν έφτασαν όλοι αποσύρθηκαν στο χώρο τους να φάνε και να ξεκουραστούν, μια και αύριο ξεκινά μια κουραστική μέρα.
Εμείς φάγαμε στην τραπεζαρία το δείπνο που ετοίμασε η Σάντη. Το φαγητό ήταν υπέροχο και καταναλώθηκε με ευχαρίστηση. Όλοι ήμασταν σε έξαψη περιμένοντας την επόμενη μέρα. Ο Κρις μας κατατόπισε κατά τη διάρκεια του γεύματος και αμέσως μετά το springbok ice cream μαζευτήκαμε γύρω από το χάρτη της φάρμας για μια πρώτη ενημέρωση. Η νύχτα αυτή προμηνυόταν μακριά. Η αναμονή του cull δε θα μας άφηνε να κοιμηθούμε. Είχε φτάσει επιτέλους η ώρα να κάνουμε αυτό για το οποίο είχαμε διασχίσει τη μισή γη: τη δουλειά μας! Όταν τελικά αποσυρθήκαμε για ύπνο ήταν ήδη αργά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου