Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Αφρικη 2010: H Τελευταια Ημερα (η συνεχεια...)

Σαν να το ειχε καταλαβει ο Κρις, και ισως για να μας βγαλει απο την απογνωση που ολοι νοιωθαμε, αρχισε την κουβεντα:

‘Τι θελετε να κανετε τωρα?’
‘Οτι μας πεις εσυ Κρις, το πρωι περασε φανταστικα, δεν εχουμε κανενα παραπονο.’
‘Ο Γκαρεθ θελει να ερθει μαζι μου στο περιβολι να μιλησουμε για τα δεντρα (ο Γκαρεθ, οντας δασολογος, με ιδιαιτερο ενδιαφερον στα δεντρα και την σωστη τους διαχειρηση, ειχε κανει κουβεντες με τον Κρις για το περιβολι, και ο Κρις ηθελε να εκμεταλλευτει το ενδιαφερον και τις γνωσεις του Γκαρεθ, οποτε μεταξυ τους ειχαν κανονισει αυτη τη βολτα). Θελετε να παρω τους τρεις σας και να σας παω εκει που ημαστε το πρωι για κανενα γουρουνι ή οτι αλλο προκυψει?’.

Ειχα κατι αλλο στο μυαλο μου, μια περιπλανηση που την ονειρευομουν καιρο τωρα, και αν δεν το εκανα σημερα, θα περνουσε τουλαχιστον αλλος ενας χρονος (και οπως αποδειχθηκε δυο, ισως και παραπανω...) πριν το κανω, οποτε τωρα ηταν η ευκαιρια να το συζητησω με τον Κρις: ‘Θα σε πειραζε να παω βολτα μονος μου Κρις?’ του προτεινα εγω. ‘Δεν εχω καταφερει να κανω τη διαδρομη στο ξεραμενο ποταμι, που τελευταια φορα την εκανα με τη γυναικα μου πριν δυο χρονια. Αν δεν χαλαει τα σχεδια σου, παρε τον Ντεϊβιντ και τον αδερφο μου και πηγαινε τους εκει, ενω εγω θα ξεκινησω με τα ποδια. Το σουρουπο μπορουμε να βρεθουμε ολοι και να σε παρουμε τηλεφωνο να μας παρεις, ή θα γυρισουμε μονοι μας.’ Οι αλλοι δυο ενευσαν την συγκαταβαση τους.
‘Ωραια, δεν εχω καμια αντιρρηση’ χαμογελασε ο Κρις ‘παμε!’.

Και με αυτες τις κουβεντες ο αδερφος μου και ο Ντεϊβιντ ανεβηκαν στο LandRover με τον Κρις, και, δυο λεπτα αργοτερα το μονο που παρεμενε ηταν η σκονη που σηκωσε το αμαξι στην πορεια του προς τη φαρμα.

Τελειωσα τον καφε μου, ελεγξα οτι εχω αρκετες σφαιρες, το μαχαιρι, νερο και το τηλεφωνο μου φορτισμενο, τις καμερες στο δισακι, τα κυαλια και χαιρετωντας την Σαντυ και τον Γκαρεθ ξεκινησα. Η πορεια που ειχα διαλεξει, θα με εφερνε πρωτα στο φραγμα που ηταν κοντα στο σπιτι, απ’οπου θα μπορουσα να παρω την αρχη του ξεραμενου χειμαρου, που ετρεχε παραλληλα με το δρομο, καπου μισο χιλιομετρο νοτια απ’αυτον.
Πεντε λεπτα αργοτερα, ημουν στο φραγμα, και, ακολουθωντας τα ορια του νερου, βρηκα το αμμωδες εδαφος, πλατους καπου 3 μετρων, που χαρακτηριζε τον χειμαρρο. Δεξια και αριστερα μου, πυκνη βλαστηση με ψηλους θαμνους και ακακιες, που μου δεν επετρεπε να βλεπω ολο το πεδιο μπροστα μου, εκτος απο τα σημεια οπου η βλαστηση ηταν καπως πιο αραιη.

Photobucket

Περπατουσα αργα, προσεκτικα ωστε να μην κανω θορυβο, και επισης για να παρατηρω τυχον μικροκινησεις, ή σιλουεττες μεσα στους θαμνους που μπορει να προδιδαν ενα φακοχοιρο ή καποιο απο τα μικροτερα ειδη αντιλοπης που επισης μπορουσα να κυνηγησω, κυριως duiker. Η αργη πορεια επισης μου επετρεπε να χαρω τις τελευταιες μου ωρες αυτου του ταξιδιου, να γεμισει η μνημη μου χρωματα, ηχους, μυρουδιες, το ολο κλιμα της εξοδου αυτης....

Ειχα περπατησει περιπου μισο χιλιομετρο, οταν, χωρις καν να καταλαβω απο που, ενας μεγαλος φακοχοιρος ξεπεταχτηκε 20 μετρα μπροστα μου, και διεσχισε το χειμαρρο απο τα δεξια προς τα αριστερα, με τετοια ταχυτητα που δεν ειχα καν προλαβει να βαλω το οπλο στον ωμο! Χαθηκε μες τα πυκνα, αλλα η παρουσια του με ενθουσιασε, μιας και χαρηκα που τον ειδα, επιβεβαιωνοντας συναμα οτι τα ζωα κυκλοφορουσαν, παρ’ολο που ηταν 3 το απογευμα, ωρα που περιμενεις να ειναι τα θηραματα κρυμμενα στη σκια.

Συνεχισα την πορεια μου επαγρυπνισμενος, ολες μου οι αισθησεις ‘τεντωμενες’ στο επακρο, προσπαθωντας να δω κινησεις ή να ακουσω ενα κλαδακι να σπαει, οτιδηποτε που θα με εκανε να αισθανθω την παρουσια ενος θηραματος πριν με καταλαβει αυτο. Καπου ενα χιλιομετρο αργοτερα, ειδα οτι η βλαστηση μπροστα και δεξια μου γινοταν πολυ αραιη, και το τοπιο ανοιγε σε κλασσικη σαββανα, με κοκκινη αμμο, μικρους γκριζοπρασινους θαμνους και αραιο γρασιδι, τοπιο που προτιμουν και τα springbok αλλα και οι φακοχοιροι. Εκμεταλλευτηκα την παρουσια ενος θαμνου που εφτανε μεχρι το στηθος μου, και στηθηκα πισω του για να κοιταξω με τα κυαλια.

Καθως τα εφερνα στα ματια μου, ειδα μια κινηση καπου 100 μετρα μπροστα και δεξια μου, και αμεσως εστιασα την προσοχη μου εκει. Ενας αρσενικος φακοχοιρος, γυρω στα 40-50 κιλα, περπατουσε αμεριμνος, αλλα και με σκοπο, χωρις να σταματαει να βοσκησει ή να εξετασει την περιοχη. Γρηγορα, εβαλα τα ραβδια στο μαλακη αμμο, στερεωσα την παπια του οπλου στο ανοιγμα που εκαναν, και εβαλα το ματι πισω απο την διοπτρα, βρισκοντας τον φακοχοιρο μετα απο μια συντομη περιφορα της στο τοπιο. Ημουν απολυτα καμουφλαρισμενος στην σκια των δεντρων και διπλα σε ενα μικρο θαμνο που ειχε τα ιδια χρωματα με το σακακι μου, και ετσι δεν φοβομουν οτι θα με προδωσουν οι κινησεις ή η σιλλουετα μου. Τον παρακολουθουσα με το νηματοσταυρο εστιασμενο επανω του, περιμενοντας να σταθει, για να κανω τη βολη...Η εικονα πεντακαθαρη, μου επετρεπε να δω τη λασπη στο δερμα του και τα δοντια του και, μεσα μου, σαν να του μιλουσα: ‘στασου μισο λεπτο...’

Σαν να μ’ακουσε, ή μπορει και να μυριστηκε κατι. Τα ζωα αυτα δεν εχουν καλη οραση αλλα η ακοη και η οσφρηση τους ειναι οι πιο οξεις τους αισθησεις και τις χρησιμοποιουν για την επιβιωση τους περισσοτερο απο καθε αλλη. Κοντοσταθηκε διπλα σε ενα θαμνο, δινοντας μου την ευκαιρια να εστιασω στο σημειο πισω απο την αριστερη του ωμοπλατη και να στειλω, δευτερολεπτα αργοτερα, μια σφαιρα που το βρηκε ακριβως εκει που σημαδευα. Ειδα τη σκονη να τιναζεται στο δερμα του, και, ταυτοχρονα να πεφτει στην αριστερη του μερια, και να μενει ακινητος.

Εβγαλα το αποστασιομετρο και πηρα μια μετρηση: 134 γιαρδες μεχρι το θαμνο. Με το οπλο πανω του, περιμενα 3 λεπτα πριν σηκωθω και παω εκει που ειχε πεσει. Η σφαιρα τον ειχε διαπερασει, διαλυοντας (οπως φανηκε αργοτερα, οταν το κατεργαστηκα) στην πορεια του τους πνευμονες και την καρδια του, σκοτωνοντας τον ακαριαια. Πηρα μια δυο φωτογραφιες

Photobucket

και μετα τον ξεκοιλιασα αφηνοντας τον στην σκια του θαμνου. Πηρα μια τουφα γρασιδι και εφτιαξα ενα προχειρο σκοινι που πηγα και το εδεσα σε ενα σημειο παραλληλα με το θαμνο που ηταν ο αγριοχοιρος, καπου 200 μετρα μακρια, εκει που ηταν ο φραχτης που χωριζε τη φαρμα απο το δρομο, ωστε να μπορεσουμε να τον βρουμε αργοτερα οταν θα ερχομασταν με το τζιπ να τον μαζεψουμε.

Photobucket

Αφου τελειωσα μ’ολα αυτα, μαζεψα τα πραγματα μου, ελεγξα το οπλο οτι ειναι οπλισμενο, και επεστρεψα στην ξεραμενη κοιτη του ποταμου, οχι μονο για να ειμαι κρυμμενος αλλα και για να περπαταω στη σκια. Ο ηλιος εκαιγε στο απομεσημερο και ακομα τα 15-20 λεπτα που ειχα περασει επεξεργαζομενος τον φακοχοιρο με ειχαν αφησει λουσμενο στον ιδρωτα. Καθησα διπλα σ’ενα δεντρο και εβγαλα το νερο απο το δισακι μου, αφηνοντας την ματια μου να περιπλανηθει στο τοπιο γυρω μου. Τα παντα ειχαν αυτη τη μεταλλικη, σχεδον εκθαμβωτικη λαμψη που τους δινει το φως του εντονου ηλιου, κανοντας το τοπιο να φαινεται σκληρο, σχεδον εχθρικο. ‘Πως τα καταφερνουν οι βουσμανοι και ζουν εδω μεσα....’ αναρρωτηθηκα...
Μιας και δροσιστικα, ξαναπηρα το δρομο προς τα δυτικα. Για αλλη μια ωρα, ισως και παραπανω, περπατησα και εκανα ενεδρες σε διαφορετικα σημεια, μα δεν ειδα τιποτα.

Πρεπει να ημουν κοντα στο δευτερο φραγμα της φαρμας, οταν ειδα στα αριστερα μου ενα ανοιγμα στη βλαστηση που θα μου επετρεπε να παω να εξερευνησω ενα μερος που δεν ειχα παει ποτε. ‘Τι εχω να χασω?’, ειπα μεσα μου, και αργα και προσεχτικα αρχισα να διαπραγματευομαι την πορεια μου αναμεσα στους κοντους θαμνους, που εφταναν μεχρι τη μεση μου. Ο ηλιος ειχε τωρα αρχισει να χαμηλωνει στον οριζοντα, και αρχισα να αναρρωτιεμαι ποση ωρα φως εχω ακομα. Πρεπει κανεις να το ζησει για να το καταλαβει, αλλα η νυχτα πεφτει στην αφρικανικη σαββανα σε 15 λεπτα! Καθως σκεφτομουν ολα αυτα, και κοιτουσα μπροστα μου, ξαφνικα ειδα μια αχτιδα ηλιου να περναει μεσα απο τα δεντρα και να φωτιζει κατι εντονα ασπρο. Σαν σκηνη απο ταινια, μπροστα μου το μερος ηταν τωρα ανοιχτο, λες και περασα ενα τοιχο απο ακακιες και ψηλους θαμνους, που εκρυβε ενα μικρο λιβαδι, με ανοιχτο τοπο, σπαρμενο με φουντωτα δεντρα εδω και εκει.

Προσεκτικα, εβαλα τα κυαλια στα ματια μου για να δω καπου 10-12 γαζελες να βοσκουν ανεμελες καπου 130 μετρα μακρια μου. ‘Ευκαιρια να δοκιμασω την τεχνη μου στην υπουλη προσεγγιση’, σκεφτηκα, και ταυτοχρονα, διπλωσα στα δυο, βαζοντας το οπλο μπροστα μου με το αριστερο μου χερι, ενω με το δεξι κρατουσα τα ραβδια. Προχωρησα εκμεταλλευομενος τις σκιες, παντα με τα ματια μου καρφωμενα στις γαζελες, που ακομα δεν εδειχναν οτι ειχαν καταλαβει την παρουσια μου, τα βηματα μου προσεκτικα, οι πατουσες μου να κυλουν πανω στο χωμα σε καθε πατησια, προσεχοντας να μην κανω τον παραμικρο θορυβο. Οι γαζελες παρεμεναν ανυποπτες της παρουσιας μου, λες και αυτες καταλαβαιναν οτι τελειωνε το κυνηγι και δεν ειχαν λογο να ανησυχουν, οπως τις τελευταιες 4 μερες.

Οταν εφτασα καπου 70-80 μετρα μακρια, καθησα στο εδαφος, σταυρωσα τα ποδια, ανοιξα τα ραβδια μπροστα μου και με μικρες, αργες κινησεις εφερα το οπλο να αναπαυτει στο ανοιγμα τους. Μιας και δεν ηθελα να κανω περιττες κινησεις, χρησιμοποιουσα τωρα τη διοπτρα για να κατασκοπευσω το κοπαδι. Ειδα 3-4 αρσενικα και καπου 7-8 θυληκα να περιφερονται ηρεμα γυρω απο το ιδιο μερος, βοσκωντας ή αναπαυμενα στο χωμα. Καθως η ωρα περνουσε, ηθελα να περιμενω τοσο οσο το δυνατο περισσοτερο χρειαζοταν για να εξασφαλισω τελειες βολες, ωστε να μην τραυματισω τα ζωα, μιας και δεν θα ειχα χρονο να τα ακολουθησω. Ξεχωρισα ενα κριαρι με ομορφα και εντυπωσιακα κερατα που ηταν λιγο ξεμακρα απο το κοπαδι. Με τα ματια μου καρφωμενα στη διοπτρα, την κοκκινη τελεια αναμμενη, το παρακολουθησα μεχρι που σταθηκε κοιταζοντας στα δεξια μου, δινοντας μου την τελεια παρουσιαση για βολη. Η σφαιρα μου το βρηκε στην ωμοπλατη και το σωριασε σχεδον ταυτοχρονα με την πιεση της σκανδαλης.

Αμεσως, ξαναοπλισα, και συνεχισα να παρακολουθω το κοπαδι που, ενω ειχε αναταραχθει, δεν το εβαλε στα ποδια. Τα ζωα τριποδισαν λιγο δεξια και αριστερα, ανημπορα να εντοπισουν την πηγη του ηχου της τουφεκιας, αλλα μετα απο 2-3 λεπτα συνεχισαν να βοσκουν λες και δεν συνεβει τιποτα! Ειχα ηδη ξεχωρισει ακομα ενα κριαρι με εξισου εντυπωσιακα κερατα και, αφου βεβαιωθηκα οτι δεν υπηρχαν αλλα ζωα πισω του, οταν και αυτο μου εδωσε την καλυτερη παρουσιαση για βολη, το κατακεραυνωσα με αλλη μια σφαιρα, ακριβως στο ιδιο σημειο που πηρα και το πρωτο.
Αυτη τη φορα, το κοπαδι δεν περιμενε να δει τι συμβαινει: με ηγετη μια μεγαλοσωμη θυληκη καλπασαν προς τα αριστερα μου και χαθηκαν μεσα στη σαβαννα. Γρηγορα, μαζεψα τα ραβδια, εβαλα το οπλο στον ωμο και πηγα να δω τα θηραματα μου. Και τα δυο κριαρια ειχαν πεσει καπου 25-30 μετρα το ενα απο το αλλο, και ετσι τραβηξα το ενα διπλα στο αλλο.
Αφου πηρα στα γρηγορα μερικες φωτογραφιες και λιγο βιντεο



Photobucket

εβγαλα το μαχαιρι να τα ξεκοιλιασω. Το φως χανοταν γρηγορα και ειχα το νου μου να μην νυχτωθω μες τη μεση της σαβαννας. Ο Κρις μας ειχε πει αρκετες ιστοριες απο φιλους κυνηγους που περασαν ωρες χαμενοι να πλανωνται μεσα στη νυχτα μεχρι να τους βρουν, και δεν ηθελα να παθω και ‘γω τετοιο μυθο. Ετσι, με γρηγορες κινησεις, ετοιμασα τα ζωα, εβαλα κομματια απο χαρτοπετσετες που ειχα στο δισακι πανω σε μια ακακια για να μπορεσω να τα ξαναβρω, και πηρα πορεια προς εκει που ηρθα. Ηδη τα χρωματα του δειλινου ειχαν αρχισει να σβηνουν, και τα παντα γυρω μου ηταν ενα γκριζομαυρο μπλε, που ισα-ισα με αφηνε να διακρινω τους θαμνους μπροστα μου. Πεντε λεπτα αργοτερα ημουν στην κοιτη του ποταμου, και συνεχισα καθετα προς αυτη, για να βρω το φραχτη, που θα με εφερνε στο δρομο, ωστε να παρω την πορεια της επιστροφης.

Photobucket

(το τετραγωνο ειναι το σπιτι και η φαρμα, το πρωτο √ ειναι το φραγμα, ενα μικρο τετραγωνο αμεσως παραπανω ειναι το σημειο που πηρα το γουρουνι, και τα δυο √ στα αριστερα ειναι το σημειο οπου αφησα τα δυο κριαρια. Το τετραγωνο στην απεναντι μερια του δρομου ειναι το σημειο που ξεκινησαν ο αδερφος μου με τον Ντεϊβιντ το απογευματινο κυνηγι. Ο χειμαρος διακρινεται απο τα δεντρα που φυτρωνουν δεξια και αριστερα της οχθης του, ενω ο δρομος ειναι η ασπρη λωριδα στα δεξια του χειμαρου. Η εντονη γραμμη καθοριζει (περιπου) τα συνορα της φαρμας).

Καθ’ολη τη διαρκεια του απογευματινου κυνηγιου, δεν ειχα λαβει μηνυματα ειτε απο τον αδερφο μου, ειτε απο τον Ντεϊβιντ, και δεν ηξερα καν που ειναι. Ειχα ακουσει μια τουφεκια μια-δυο ωρες νωριτερα, αλλα απο εκεινη την ωρα και μετα, τιποτα. Αυτο ομως δεν σημαινε τιποτα, μιας και οι αποστασεις ηταν τετοιες που, πολλες φορες, οι τουφεκιες μας δεν ακουγοταν απο τους αλλους.

Ο ασημενιος δισκος της πανσεληνου μολις ειχε αρχισει να ξεπροβαλλει, κανοντας τον δρομο να αχνοφεγγιζει μες το σκοταδι, και η θεα του με εκανε να ταχυνω το βημα. Πριν πηδηξω το φραχτη, εκανα αλλο ενα σκοινι απο γρασιδι και το εδεσα στο συρμα, ωστε να εχω ενα σημειο αναφορας για να ξαναβρω τα ζωα.

Πηδηξα το φραχτη και εβγαλα το τηλεφωνο απο την τσεπη να το ελεγξω για μηνυματα. Τιποτα...Αρχισα λοιπον να περπαταω προς τα ανατολικα, στη μεση του δρομου, εχοντας το νου μου μπας και ακουσω ειτε τον αδερφο μου ειτε τον Ντεϊβιντ, οταν ακουσα ενα σιγανο σφυριγμα. Σφυριξα και εγω, εξισου σιγανα, για να δω αν ακουσα σωστα. Πραγματικα, μετα το δικο μου σφυριγμα ο Ντεϊβιντ ακουστηκε λιγο παρακατω ‘Εδω!’. Περπατησα γρηγορα, και, καμια εκατοστη μετρα παρακατω διεκρινα την φυσιογνωμια του στη μεση του δρομου, να με περιμενει.

‘Πως πηγε?’, τον ρωτησα
‘Ειδα δυο μεγαλα γουρουνια και σκοτωσα το ενα. Πετυχα και το δευτερο δυο φορες, αλλα δεν μπορεσα να το βρω...!’, μου απαντησε αλαφιασμενος. ‘Εχω περασει τις τελευταιες δυο ωρες να ψαχνω, εχω σκασει, ηταν οσο μεγαλο οσο του Γκαρεθ..!’...

Ηταν σκασμενος, καθως δεν ειχε καταφερει να παρει φακοχοιρους που να υπερβαιναν τα 30 κιλα τις προηγουμενες μερες και δεν ειχε δοντια να παρει μαζι του για ενθυμιο. Ολοι οι υπολοιποι ειχαμε καταφερει απο ενα-δυο μεγαλα και το ειχαμε καμαρι!
‘Εβαλες σημαδια? Μπορει να καταφερουμε να το βρουμε ειτε αποψε αργοτερα με τη λαμπα, ειτε αυριο το πρωι’, προσπαθησα να τον καθησυχασω, αν και μεσα μου ηξερα οτι οι πιθανοτητες να βρει το φακοχοιρο ηταν μικρες...

‘Με εχει στοιχειωσει! Δεν φευγω αν δεν το βρω!’, μου απαντησε, και καταλαβα απο τον τονο της φωνης του οτι ηταν πραγματικα ενοχλημενος. Γιαυτους που δεν ξερουν τον Ντεϊβιντ ειναι δυσκολο να καταλαβουν το πεισμα και την επιμονη του. Δεν υπαρχει τιποτα γι’αυτον που ειναι δυσκολο, κανενα προβλημα δεν ειναι αδυνατο να επιλυθει, καμια περιπετεια δεν ειναι μεγαλη αρκετα για να τον κανει να κανει πισω. Ξεροκεφαλος, πεισματαρης αλλα παντα εκει για τους φιλους του, με χρυση καρδια και το γελιο στα χειλη μονιμο και το χιουμορ συνεχες, ακομα στις χειροτερες δυσκολιες. Χαρακτηριστικος βορειος Εγγλεζος, που μεγαλωσε στη φαρμα και μοναχος του εφερνε βολτα 400 κεφαλια καθε μερα...

Αρχισαμε να περπαταμε με βημα ταχυ και πρεπει να φαινομασταν σαν στρατιωτες, με τα οπλα και τα δισακια μας στον ωμο. Ο δισκος της πανσεληνου ειχε φτασει το μεσο της διαδρομης του και φωτιζε τα παντα με ενα ασημενιο χρωμα, δινοντας μια αποχρωση στη νυχτα που οσο και να ζω δεν την ξεχνω. Με τους λοφους να φαινονται μαυροι και επιβλητικοι, λουσμενοι στο φως του φεγγαριου στα δεξια μας για σημαδι περπατουσαμε με βημα ταχυ καθως ειχαμε να διανυσουμε καπου 4 χιλιομετρα πριν φτασουμε στη φαρμα. Ταυτοχρονα σχολιαζαμε την ομορφια του τοπιου και την τυχη που ειχαμε να δουμε αυτο το θεαμα....

‘Ειδες τον αδερφο μου?’, ρωτησα.
‘Χωρισαμε οταν μας αφησε ο Κρις, αυτος πηγε πιο δυτικα απο εμενα, ενω εγω συνεχισα προς τα βορεια. Ακουσα μια τουφεκια, αλλα δεν ξερω τι εκανε.’
‘Κατσε να τον παρω ενα τηλεφωνο, να δω που ειναι...’, του απαντησα, ενω ταυτοχρονα πατουσα το κουμπι ταχειας κλησης του αριθμου του στο τηλεφωνο μου.
Μετα απο δυο κτυπους, μου απαντησε:

‘Ελα, που εισαι?’
‘Εχω τους λοφους στα δεξια και πισω μου, περπαταω στο δρομο. Εσυ που εισαι?
‘Με τον Ντεϊβιντ, και εμεις στο δρομο, αλλα οι λοφοι ειναι ακομα μπροστα και δεξια μας, πρεπει να εισαι αρκετα μπροστα απο εμας. Προχωρα και θα τα πουμε στη φαρμα. Αν φτασεις πολυ νωριτερα απ’εμας, πες τους οτι ειμαστε στο δρομο, μπας και στειλουν το τζιπ. Εκανες τιποτα?’
‘Εριξα σε ενα γουρουνι μακρια, αλλα δεν το πηρα, ελπιζα να το διωξω κατα τον Ντεϊβιντ. Καλα, θα τα πουμε στη φαρμα.’

Με το που εκλεισα το τηλεφωνο, εξηγησα στο Ντεϊβιντ την κατασταση και συνεχισαμε την πορεια, συζητωντας την εμπειρια, θαυμαζοντας το φεγγαρι και αναλυοντας που πηγαν λαθος και σωστα οι τουφεκιες μας. Με την κουβεντα περασε ευχαριστα η ωρα και τα 45 λεπτα που περπαταγαμε δεν τα καταλαβαμε καν. Φτασαμε στη φαρμα, οπου ο Πιερ, ο Γκαρεθ, ο Κρις και η Σαντυ μας περιμεναν πινοντας ενα ποτο στην βεραντα.

‘Πως πηγε?’, ρωτησε ο Πιερ.
‘Καναμε ωραια βολτα! Πηραμε και μερικα ζωα, ενα γουρουνι εγω, συν ενα αλλο που δεν μπορεσα να το βρω και ο Μπιριγκογκος πηρε δυο springbok και ενα γουρουνι. Το Κολλητηρι δεν ξερουμε τι εκανε, περιμεναμε οτι θα τον βρουμε εδω, δεν εχει ερθει?’ απαντησε ο Ντεϊβιντ.
‘Δεν φανηκε...Που σας ειπε οτι ειναι?’ ρωτησε η Σαντυ
‘Περπατουσε στο δρομο και απ’οτι καταλαβα, πρεπει να ηταν μπροστα απο εμας...’ της απαντησα, και προτου να προλαβω να προσθεσω τιποτε αλλο, η Σαντυ απευθυνθηκε στον Πιερ:

‘Παρε το τζιπ και βρες τον! Μπορει να ειναι μακρια ακομα, μηπως εχει χαθει κιολας...’
‘Να εχει χαθει το βρισκω δυσκολο, στο δρομο περπαταγε και απ’οτι καταλαβα, ηξερε που ειναι’, την καθησυχασα εγω

Ο Πιερ ομως ειχε τα κλειδια στο χερι κιολας και βαδιζε προς το αυτοκινητο: ‘θα παω να τον μαζεψω, γιατι να περπαταει με τις ωρες?’ μας ειπε καθως εβαζε μπροστα.
Με τον Ντεϊβιντ μπηκαμε στο σπιτι και ξεφορτωθηκαμε τα δισακια μας, βεβαιωθηκαμε οτι τα οπλα ειναι αδεια και, βαζοντας απο ενα ποτο, βγηκαμε στη βεραντα οπου καθοντουσαν οι υπολοιποι. Η διαθεση ευθυμη, αν και καπως ‘κατατονημενη’ απο αυτη των προηγουμενων ημερων.

‘Τελικα, ειχαμε δεν ειχαμε, θα ψαχνουμε παλι ζωα την τελευταια νυχτα!’, με πειραξε ο Κρις, αναφερομενος στο τελευταιο μου ταξιδι στην φαρμα πριν απο δυο χρονια, οταν και εγω και ο φιλος του ο Αντρε ειχαμε παρει απο ενα ζωο και φαγαμε τη νυχτα να τα βρουμε.

‘Ελα ντε, θα γινει παραδοση!’ ειπα καπως αμηχανα, καθως καταλαβα την γκαφα που εκανα με τον ενθουσιασμο μου για το κυνηγι. ‘Αυτη τη φορα ομως ξερω ακριβως που ειναι τα ζωα, οποτε δεν εχει ταλαιπωρια! Ασε που θα δοθει και η ευκαιρια να ζησουν την αφρικανικη νυχτα και οι υπολοιποι, που δεν ειχαν τη δικη μου τυχη!’, προσπαθησα να αστειευτω. Η Αφρικανικη νυχτα ειναι το κατι αλλο και δεν θα ξεχασω την εντυπωση που μου ειχε κανει οταν την εζησα για πρωτη φορα, στην σκεπη του LandRover ενω ο Κρις μας πηγαινε εδω και εκει μες τη φαρμα...
(http://huntingbirigogos.blogspot.com/2010/06/blog-post_2992.html)

Ο Πιερ γυρισε πισω με τον αδερφο μου στη θεση του συνοδηγου, μετα απο 10 λεπτα. Η Σαντυ ειχε το τραπεζι στρωμενο και, αφου πλυθηκαμε και καπως σιγυριστηκαμε λιγακι, καθησαμε στο τραπεζι. Ολοι ξεραμε οτι ηταν το τελευταιο γευμα μας μαζι και η διαθεση ηταν μουντη, αμηχανη... Ενοιωσα οτι ηταν καθηκον μου να ευχαριστησω τους οικοδεσποτες μας: ‘Λοιπον, μιας και θα περασει λιγος καιρος πριν καταφερουμε να το ξανακανουμε αυτο, ας κανουμε μια προποση’, ειπα. ‘Κρις, Σαντυ, Πιερ, μας υποχρεωσατε με την φιλοξενια σας, οπως ανοιξατε το σπιτι σας για μας και μας κανατε να νοιωσουμε σαν να ειμαστε μερος της οικογενειας. Περασαμε εμπειριες και μερες που δεν θα τις ξεχασουμε για την υπολοιπη ζωη μας και ενδυναμωσαμε τις φιλιες μας τοσο οσο δεν περιμεναμε να συμβει. Ολοι μας νοιωθουμε ιδιαιτερα τυχεροι που μας δοθηκε η ευκαιρια να κανουμε αυτο το ταξιδι και ακομα πιο τυχεροι που εγινε το ταξιδι αυτο στη φαρμα σας. Σαντυ, μας εχεις ολους σκλαβωσει: τα κουλουρακια σου και το κολατσιο που μας συνοδευαν στο κυνηγι, τα πλουσια τραπεζια καθε βραδυ και η υπομονη σου πανω απ’ολα με τοσους αντρες στο σπιτι ειναι ολα αξιοθαυμαστα. Εκανες την διαμονη μας αξεχαστη, δεν εχουμε λογια να σ’ευχαριστησουμε! Στην υγεια σας λοιπον, ολη την οικογενεια, και ας ελπισουμε να καταφερουμε μια μερα να σας ανταποδωσουμε την φιλοξενια!’. Σηκωσα το ποτηρι και σηκωθηκα απο την καρεκλα, οι φιλοι μου και ο αδερφος μου επισης και τους χαιρετησαμε με τα ποτηρια.

Ο Κρις, παντα γελαστος και με το αστειο στα χειλη, ενοιωσε οτι επρεπε να ανταποδωσει: ‘Η χαρα ηταν δικη μας. Ειναι ξεχωριστες μερες οι μερες του κυνηγιου στη φαρμα και δινουν και σε’μας ενα διαλλειμα απο την καθημερινοτητα. Ηταν χαρα μας να σας εχουμε εδω και μακαρι να καταφερουμε να εχουμε το ιδιο κυνηγι καθε χρονο! Στην υγεια μας!!!’

Τελειωσαμε το φαγητο και βοηθησαμε να καθαρισει το τραπεζι. Ειχαμε τωρα να παμε να παρουμε τα ζωα απο τη σαβαννα, και ετσι ετοιμασαμε τα πραγματα: ο Πιερ πηρε τον Γκαρεθ και πηγαν στην αποθηκη να παρουν ενα στρωμα, ενω εγω και ο Κρις πηγαμε στο LandRover με την λαμπα που του ειχα φερει σαν δωρο για να δουμε πως θα την συνδεσουμε. Ο Κρις εφερε και την παλια του λαμπα, ενα προβολεα απο ενα παλιο αυτοκινητο, που ειχε κανει με πατεντα να στηριζεται σε ενα χερουλι με καλωδια που συνδεονταν πανω στην μπαταρια του αυτοκινητου. Ο αδερφος μου με τον Ντεϊβιντ ετοιμαζαν οπλα που θα επαιρναν μαζι.

Το στρωμα στρωθηκε στην σκεπη του αυτοκινητου, ο Γκαρεθ με τον Ντεϊβιντ ανεβηκαν στην σκεπη με τον Γκαρεθ στο οπλο και τον Ντεϊβιντ με τη λαμπα, ενω εγω, ο Πιερ και ο αδερφος μου μπηκαμε στο αυτοκινητο, με τον Κρις να οδηγαει. ‘Που παμε?’ με ρωτησε. ‘Τα βαρεσα καπου 100 μετρα αριστερα απο την κοιτη του χειμαρου, εκει που ο χειμαρος ενωνεται με τον παλιο δρομο’ του ειπα, και αυτος ενευσε και ξεκινησε για εκεινο το σημειο. Περνουσε το αυτοκινητο μεσα απο τους θαμνους, σε σημεια που δεν πιστευα οτι μπορουσε να περασει αυτοκινητο, ιδιαιτερα με δυο ανθρωπους στην σκεπη! Ταυτοχρονα, χρησιμοποιουσαμε τις λαμπες για να δουμε εαν βρουμε κανενα τσακαλι, βλεποντας μυρια ματια μες τη σαβαννα, κυριως απο springbok, λαγους και διαφορα αλλα ζουλαπια που ειχαν βγει την νυχτα. Ιδιαιτερα διασκεδαστικοι ηταν οι springhares, ενα ζωο που σαν να προερχοταν απο την διασταυρωση του λαγου με το καγκουρω!

Φτασαμε στο σημειο που ειχα υποδειξει στον Κρις, και μιας και το αμαξι δεν εφτανε ως εκει που τα ειχα αφησει, ο αδερφος μου και εγω βγηκαμε απο το αμαξι με ενα φακο στο χερι για να παμε να βρουμε τα ζωα.

‘Ξερεις που παμε ρε?’, αρχισε ο μικρος...
‘σκασε και ακολουθα, θα σε παω ακριβως!’, του απαντησα, αλλα μεσα μου δεν ημουν τοσο σιγουρος οσο ακουγομουν. Το σκοταδι ειχε κανει το τοπιο τελειως διαφορετικο απο οτι θυμομουν, και ετσι, απο ενστικτο παρα ακολουθωντας τα σημαδια, εκανα δεξια και αρχισα να περπαταω, φωτιζοντας μπροστα μου τα δεντρα, μπας και δω πουθενα το χαρτι που ειχα βαλει επανω τους.

‘Ειναι μακρια ακομα μπαρμπα-Στρουμφ??’
‘Ρε κοιτα μπροστα σου μπας και δουμε το χαρτι, καπου εδω τα ειχα βαρεσει!’
‘Μπας και το ονειρευτηκες και θα το ξενυχτησουμε αποψε μες την ερημο?’
‘Παμε πισω’ του απαντησα, ‘θα βρω το σημειο απ’οπου μπηκα στο λιβαδι και μετα ολα θα ειναι ευκολα’
‘χμμμμ το’χω ξαναδει αυτο το ονειρο μου φαινεται, το περι ‘ευκολα’’, μ’απαντησε.

Προχωρησα γρηγορα μεχρι που βγηκα στο χειμαρο παλι. Τα φωτα του LandRover ηταν μπροστα μας, οπου, με τη μηχανη αναμενη, μας περιμεναν...Ενοιωθα πιεση να βρω τα ζωα γρηγορα, μιας και ειχα να βρω και το γουρουνι μετα! Περπατησα λιγο παρακατω στον χειμαρο, οταν ειδα το φυσικο μονοπατακι που οδηγουσε στο λιβαδι!
‘Παμε’, ειπα στον αδερφο μου, ‘τωρα ειμαι σιγουρος!’
‘Ναι, αμε! Αμα σου λεω θα τσαντιστουν οι αλλοι και θα μας αφησουν καταμεσις στην ερημο...’

‘Ρε προχωρα που σου λεω!’ και σαρωσα με το φακο το τοπιο μπροστα μου, εντοπιζοντας το δεντρο με το χαρτι επανω του. ‘Χα! Το βλεπεις το κολοχαρτοδεντρο? Αυτο με τους ‘ωραιους’ καρπους? Εκει διπλα ειναι τα ζωα, προχωρα!’

Και με βημα ταχυ φτασαμε στο δεντρο, πηραμε απο ενα ζωο απο τα κερατα και αρχισαμε να προχωραμε προς το αμαξι. Φτανοντας, ο Πιερ βγηκε να μας βοηθησει να τα βαλουμε στο τρεϊλερ, και μετα μπηκαμε μεσα.

‘Δεν νομιζα οτι θα τα βρεις...’ μου ειπε ο Κρις, ‘δεν θυμασαι τι παθαμε την αλλη φορα?’ αναφερομενος παλι στο ταξιδι πριν δυο χρονια.

‘Ειχα βαλει καλο σημαδι αυτη την φορα, δεν την ξαναπαθαινω! Το γουρουνι ειναι πιο ευκολο, ειναι εδω παρακατω. Δεν καθεστε εδω να παω να το βρω εγω και θα σας κανω σημα με το φακο οταν το βρω?’

‘Τραβα!’ μου απαντησε ο Κρις, μιας και το μερος ηταν δυσβατο για το αμαξι και δεν ηταν οτι καλυτερο να κανουμε ζιγκ ζαγκ ψαχνοντας. Κατεβηκα απο το αμαξι και κινησα για το φραχτη, ωστε να βρω το σημαδι που ειχα βαλει με τα χορτα και μετα να εντοπισω το γουρουνι. Μεσα σε 5 λεπτα το ειχα βρει και εκανα σημα να ερθουν να το φορτωσουμε.

Μαζι με τον αδερφο μου το πεταξαμε στο τρεϊλερ και μετα ξεκινησαμε για το μερος που ειχε βαρεσει ο Ντεϊβιντ το δικο του γουρουνι. Επιτελους ενοιωσα την πιεση να σηκωνεται απο τους ωμους μου, μιας και τα δικα μου ζωα ηταν τωρα στο τρεϊλερ. Ο Κρις ανοιξε το παραθυρο, εβγαλε το κεφαλι του εξω απο το αμαξι και ειπε στους δυο στην σκεπη:

‘Αμα δουμε springhares, να τους τουφεκισετε, ειναι παρα πολλοι εδω μεσα και πρεπει να παρουμε μερικους’, και συνεχισε να οδηγαει. Ο Πιερ ανοιξε την πυλη και πηραμε το δρομο προς εκει που εδωσε οδηγιες ο Ντεϊβιντ οτι ηταν το γουρουνι. Εγω με τη λαμπα στο χερι, σκαναρα το μερος. Γεματος ο τοπος ματια, που σαν να ηταν σε κινουμενο σχεδιο, πηδουσαν 3-4 βηματα, σταματουσαν και παλι μετα το ιδιο. ‘Μποϊνγκ, Μποϊνγκ, Μποϊνγκ’ γεματος ο τοπος springhares! O Kρις σταματησε το αυτοκινητο και εγω συνεχισα να φωτιζω ενα τετοιο λαγο καμια 60-70 μετρα μακρια. Ηξερα οτι ο Γκαρεθ ηταν στο τουφεκι, οποτε περιμενα μολις σταματησει ο λαγος να του ριξει. Πραγματικα, τα ματια σταματησαν, και το .308 του Γκαρεθ ‘εβηξε’ πανω απο τα κεφαλια μας, σηκωνοντας ενα συννεφο σκονη μπροστα απο το λαγο, που, παραξενεμενος αρχισε παλι τα πηδηματακια.

‘Μποϊνγκ, Μποϊνγκ, Μποϊνγκ, Μποϊνγκ, Μποϊνγκ’ ‘Μποοοουυυυμ’! Η τουφεκια του Γκαρεθ και ο λαγος παλι ανενοχλητος συνεχισε την πορεια ‘Μποϊνγκ, Μποϊνγκ, Μποϊνγκ’. Μεσα στο αυτοκινητο ειχαμε πεθανει στο γελιο! Φωναζαμε αστεια στον Γκαρεθ που δεν ηταν συνηθισμενος να αστοχει, και γελουσαμε με τις απαντησεις του. Τελικα, με την τριτη τουφεκια τον καταφερε, κατεβηκε απο την σκεπη και τον εβαλε στο τρεϊλερ μαζι με τα αλλα θηραματα. Συνεχισαμε την πορεια, οταν, λιγα λεπτα αργοτερα, ο Ντεϊβιντ βαρεσε την σκεπη του αυτοκινητου, για να σταματησει, μιας και ειχε εντοπισει το σημειο που ειχε αφησει το γουρουνι. Ο Κρις πηγε το αυτοκινητο εκει και βαλαμε το γουρουνι στο τρεϊλερ και επιστρεψαμε στο σπιτι. Η φωτια εκαιγε στο σαλονι και πηγαμε ολοι και καθησαμε στις ανετες πολυθρονες, αφου πλεον ειχαμε τελειωσει και βαλαμε ενα ποτο ο καθενας. Ο Πιερ ηρθε με το καθιερωμενο Jaegermeister, το λικερ των κυνηγων, που το ειχαμε ως τιμωρια αυτων που εκαναν κοτσανες στην σαβαννα. Με 6 σφηνακια στο χερι, μας εδωσε απο ενα και τα γεμισε. Τωρα επρεπε να βρουμε τις δικαιολογιες για να ‘τιμωρησουμε’ ο ενας τον αλλο:

‘Πρωτος το Κολλητηρι, γιατι πετυχε το springbok πισω απ’αυτο που σημαδευε’, ειπε ο
Κρις, γελωντας. Ο αδερφος μου δεν ειχε αλλη επιλογη, και το κατεβασε με τη μια, ζαρωνοντας το προσωπο του καθως η γευση του ποτου κατεβαινε τον οισοφαγο του 

‘Δευτερος ο Πιερ, γιατι βαρεσε το ορυξ στην κορφη στο λοφο και πηρε μια μερα να το κατεβασει!’ οποτε ο Πιερ το ηπιε μονογουλι.

‘Τριτος ο Μπιριγκογκος που μας εβαλε να τρεχουμε μες τη νυχτα να βρουμε τα καταραμενα τα ζωα που βαρεσε, τελευταια στιγμη!’, και ετσι, με τη σειρα μου το κατεβασα και εγω.

‘Τεταρτος ο Γκαρεθ, μιας και δεν μπορουσε να χτυπησει ενα μιζερο springhare με την πρωτη’ και, γελωντας, το κατεβασε και ο Γκαρεθ.

‘Πεμπτος ο Nτεϊβιντ, για το γουρουνι που εχασε (μιας και ειχε βαρεσει δυο και βρηκαμε μονο το ενα)’ και ο Ντεϊβιντ, σιγοψιθυριζοντας κατι μεσα απο τα μουστακια του, κατεβασε το ‘γιατρικο’.

‘Εκτος ο Κρις’ ειπα εγω, ‘γιατι μας πεθανε στον ποδαροδρομο τελευταια μερα, και δεν ειπε να ερθει να μας παρει!’, ψαχνοντας να βρω μια δικαιολογια.

‘Στην υγεια σας και του χρονου!’ ειπε ο Κρις, και το κατεβασε και αυτος, και ολοι μαζι γελασαμε. Καθησαμε γυρω απο τη φωτια και κουβεντιαζαμε διαφορες εμπειριες, ιστοριες απο παλια κυνηγια και ‘κολπα’ για την συντηρηση των οπλων και καλυτερες σκοπευτικες τεχνικες. Ο Κρις, παρ’ολη την πειρα του και τα χρονια που ασχολειται, ηθελε να μαθει ακομα περισσοτερα για τα οπλα μας και την βαλλιστικη τους συμπεριφορα, τους τυπους βλημματων και το καλυτερο φυσσιγγι για την σαβαννα. Κατα την διαρκεια του κυνηγιου, ο Κρις ειχε εκφρασει ενδιαφερον για διαφορα πραγματα, οποτε, σαν μια τελευταια χειρονομια ευγνωμοσυνης, του τα δωσαμε: ενα ρολο ταινια καμουφλαζ, τα ρουχα παραλλαγης του αδερφου μου, ενα καπελο δικο μου...το λιγοτερο που μπορουσαμε να κανουμε για να ανταποδωσουμε την φιλοξενια και την απλοχερια με την οποια ανοιξαν το σπιτι τους σε 4 ξενους.

Η φωτια ζεσταινε το δωματιο, καθως η χειμωνιατικη αφρικανικη νυχτα επεφτε για τα καλα, ειχε παει πλεον μια η ωρα το βραδυ και ειμασταν στο ποδι απο τις 7 η ωρα το πρωι, αλλα κανεις μας δεν εκανε να σηκωθει για να παει για υπνο. Ξεραμε ολοι οτι αυτες ειναι οι τελευταιες στιγμες, και θελαμε να μην χασουμε ουτε μια. Τελικα ομως, δεν αντεξαμε αλλο και αφου αδειασαμε ολοι τα ποτηρια μας, καληνυχτησαμε ο ενας τον αλλο και πηγαμε στο ξεχωρο σπιτακι που ηταν ο ξενωνας μας. Πεσαμε για υπνο και πριν περασουν 5 λεπτα κοιμωμασταν ολοι...Νομισα οτι ειχε τελειωσει το κυνηγι, αλλα, για ακομα μια φορα εκανα λαθος....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου