Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Στη Ζουγκλα...Μερος 3ον



ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2Η ΜΕΡΑ

Η αναγγελία της πτήσης μας με τρόμαξε. Είχα γλαρώσει πάνω στην άβολη πλαστική καρέκλα. Ανασηκώθηκα και προσπάθησα να ακούσω καλύτερα μήπως και έκανα λάθος. Ο αδελφός μου και οι φίλοι του τεντώθηκαν καθισμένοι και σηκώθηκαν. Σηκώθηκα και εγώ. Τα αγγλικά τους είναι καλύτερα από τα δικά μου και οι κινήσεις τους επιβεβαίωναν αυτό που είχα ακούσει. Έσκυψα αργά και έπιασα τη τσάντα μου. Την ξανακούμπησα κάτω. Μου φάνηκε ασήκωτη. Αν ο ώμος μου δεν πονούσε θα πίστευα ότι κάποιος την παραγέμισε τώρα που περιμέναμε. Η κούραση και η αϋπνία με είχαν καταβάλει. Με τα λουριά να τεντώνουν το χέρι μου χαμογέλασα στον αδελφό μου. Μου ανταπέδωσε και χασμουρήθηκε.

-  Τί έγινε γιατρέ μου; Κοιμήθηκες;

-  Μπα. Λίγο γλάρωσα. Ελπίζω να καταφέρω να κοιμηθώ στο αεροπλάνο. Εσύ;

-  Μιά από τα ίδια. Πάμε. Άρχισε η επιβίβαση.
Σήκωσα τη βαριά τσάντα και την κρέμασα στον ώμο. Μόρφασα. Παρηγοριά μου το γλυκό περιεχόμενο που θα μου κρατούσε παρέα στο κυνήγι. Η σκέψη με αναζογώνησε. Τίναξα τον ώμο μου για να κάτσει καλύτερα το λουρί και πήρα τη θέση μου στην ουρά δίπλα στον αδελφό μου. Προχωρήσαμε αμίλητοι μέχρι τον έλεγχο. Κατεβήκαμε με την κυλιώμενη σκάλα στην πύλη. Μόλις μαζευτήκανε όλοι μπήκαμε στη φυσούνα για το αεροπλάνο.

Ίδιο με το προηγούμενο. Τέρας. Η αεροσυνοδός μας καλωσόρισε στην είσοδο. Είδε το απόκομμα από την κάρτα επιβίβασης και μας έδειξε χαμογελώντας (διέκρινα οίκτο, ή μου φάνηκε;) το διάδρομο στα αριστερά της. Ξεκρέμασα την βαριά τσάντα και την έφερα μπροστά ανάμεσα στα πόδια μου για να περάσω ανάμεσα στις θέσεις. Ακολούθησα τον αδελφό μου παραπατώντας με με τα πόδια ανοιχτά και την τσάντα να με τραβάει μπροστά. Πέρασα από τη θέση 17. Έριξα μια ματιά στον κύριο που είχε ήδη βολευτεί. Αναστέναξα. Η βαριά τσάντα με τραβούσε προς την ουρά. Μετά από αρκετές στάσεις και αφού πήρα κινέζικες ευχές από μια γριούλα που βοήθησα να βολέψει τη χειραποσκευή της στον αποθηκευτικό χώρο πάνω από το κεφάλι της έφτασα στο 45. Ο αδελφός μου είχε ήδη βολευτεί. Σήκωσε το βλέμμα και χαμογέλασε. Μου έδειξε την θέση δίπλα του. Κοίταξα γύρω. Ιδανική θέση αν έχεις διάρροια. Διάδρομος με πλάτη στην τουαλέτα. Αναστέναξα και έπιασα να σηκώσω την τσάντα. «Για την Ελλάδα»! Με ένα τέλειο αρασέ την ανέβασα στον αποθηκευτικό χώρο. Κάθισα στην καρέκλα και βολεύτηκα. Ο Ντέιβιντ και ο Γκάρεθ καθόταν στις δύο θέσεις απέναντι. Έτριψα τον  απελευθερωμένο ώμο μου να τον ανακουφίσω.

-  Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω ότι είμαστε εδώ μαζι! Θα είναι μια αξέχαστη εμπειρία. Θα δεις.
Γύρισα και κοίταξα τον αδελφό μου. Τα μάτια του γυάλιζαν.

-  Ο Μαραθώνιος μέσα σε αεροπλάνο είναι μέσα στις εμπειρίες ή θα με χρεώσεις εξτρά;
Γέλασε.

-  Σαν κακιά πεθερά κάνεις. Θα τα ξεχάσεις όλα μόλις βγεις με το όπλο στη σαββάνα. Τέτοιο πράμα δεν έχεις ξαναδεί. Είναι η πρώτη φορά που θα συμμετάσχουμε σε cull.

Σε τί; Έπρεπε να τον κόψω μην αρχίσει πάλι τα κινέζικα με τα διαμετρήματα.

-          Τί είναι αυτό το... cull; Δεν το γράφει το βιβλίο που μου έδωσες.

-          Τί θα κάνω με σένα! Δε σου είπα ότι πρέπει να σκοτώσουμε ένα ορισμένο αριθμό από ζώα; Η φάρμα είναι περιφραγμένη και τα ζώα δεν μπορούν να μπουν ή να βγουν. Έτσι όταν αυξάνονται πάνω από ένα όριο πρέπει να σκοτώνονται κάποια ώστε να υπάρχει επαρκής τροφή. Αλλιώς θα υπερβοσκήσουν τη βλάστηση και πεθάνουν όλα. Θα είναι και επαγγελματίες κυνηγοί αυτές τις μέρες. Αυτό είναι το cull.

-          Καλά και πόσα πρέπει να σκοτώσουμε;

-          Συνολικά καμμιά διακοσαριά. Θα μας πει ο Κρις τις λεπτομέρειες.

-          Διακόσια; Μμμμ..; Δεν καταλαβαίνω τί χρειάζονται οι επαγγελματίες. Εσείς τί θα κάνετε; Θα τα κουβαλάτε;

-          Σιγά ρε μεγάλε κυνηγέ! Βάρα εσύ και κάτι θα περισσέψει και για μας.

-          Ό,τι βλέπουμε βαράμε;

-          Σχεδόν. Springbok, gemsbok και wildebeest κυρίως. Φακόχοιρους με το 222 μάλλον δε θα μπορέσεις να κρατήσεις, οπότε καλύτερα να μην χτυπήσεις. Α! και μαϊμούδες και ιδίως τους μπαμπουΐνους! Ο Κρις τους μισεί! Του καταστρέφουν τη φυτεία. Σε μιά νύχτα μέσα του κατέστρεψαν ένα φυτώριο με 3000 δενδρύλια! Είναι όμως πολύ δύσκολο να τους πλησιάσεις. Είναι πολύ καχύποπτοι και το πιό πιθανό είναι να μην δούμε κανέναν. Να φανταστείς είπε στους εργάτες της φάρμας ότι θα τους πληρώνει ένα μισθό για κάθε μπαμπουΐνο που θα του φέρνουνε και σε έξι μήνες δεν χτύπησαν ούτε έναν!

-          Κατάλαβα. Με τις μαϊμούδες θα γίνω πλούσιος, αλλά το κρέας τί θα το κάνουμε; Νόστιμη η γαζέλλα δε λέω, αλλά δε νομίζω να μπορέσω να φάω διακόσιες σε μια βδομάδα!

-          Καλά, θα σε δω στη σαββάνα. Θα είναι ολόκληρο συνεργείο εκεί. Θα συλλέγουν τα ζώα και θα τα φορτώνουν σε ψυγεία. Το κρέας θα πουληθεί στην Ευρώπη ως βιολογικό ελάφι. Γι’αυτό πρέπει να χτυπάμε στο κεφάλι για να μην χαλάσει το κρέας. Ό,τι χτυπήσουμε στο σώμα θα το πληρώσουμε.

Ωχ! Να πληρώσουμε; Δεν έφερα και κάρτα!

-         Εγώ έτσι κι αλλιώς στο κεφάλι τα χτυπάω... αλλά, εντελώς πληροφοριακά, πόσο θα πληρώσει κάποιος που το χτυπήσει στο σώμα;

-          Με το κιλό. Κανόνισε να χτυπήσεις κανένα gemsbok στο σώμα να ξεφραγκιαστούμε.

Αναρρωτήθηκα πόσο μαλακό να είναι το χώμα στη σαββάνα. Ίσως να ζητούσα ένα φτιαράκι να έχω μαζί μου σε περίπτωση αστοχίας... Ίδρωσα και η σαββάνα ήταν ακόμα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

Οι πανίσχυροι κινητήρες μούγκρισαν. Το μεγάλο σιδερένιο κατασκεύασμα άφησε το έδαφος και έβαλε πορεία για Γιοχάνεσμπουργκ. Αυτή τη φορά είδα πολλές ταινίες σε αντίθεση με τον αδελφό μου που κοιμόταν σε όλη τη διαδρομή. Τον ζήλεψα. Εγώ δεν μπορώ να κοιμηθώ όταν ταξιδεύω. Θα έφτανα πτώμα.
 
 Η μικρή οθόνη διέκοψε την προβολή της ταινίας και πάγωσε σε ένα ενημερωτικό μύνημα. Έπρεπε να ετοιμαστούμε για την προσγείωση. Με έκοψε πάνω στο καλύτερο. Δεν τους έφταναν οι αναγγελίες από τα μεγάφωνα... Ο αδελφός μου άνοιξε τα μάτια με το τράνταγμα. Τεντώθηκε και χασμουρήθηκε καθώς το αεροπλάνο κυλούσε προς στάθμευση. Τον κοίταξα με μάτια κόκκινα. Οι ταινίες βοήθησαν να περάσω το χρόνο μου ευχάριστα, αλλά τα μάτια μου τα είδαν κυριολεκτικά όλα!

-  Καλημέρα γιατρέ μου. Κοιμήθηκες καθόλου;

- Ναι αμέ, καθόλου! Εσύ ξεράθηκες.

- Μπα, λίγο με πήρε. Έναν υπνάκο...

-Υ-πνά-κο θα πρέπει να λένε την παρατεταμένη κατάσταση αναισθησίας στα γιαπονέζικα! Δεν άλλαξες θέση όλο το ταξίδι. Δεν έφαγες, δεν είδες ταινίες, δε σε ενόχλησε ούτε ο Νιαγάρας!

-  Ποιός Νιαγάρας; Είδες καμμιά καλή ταινία;

- Ο Νιαγάρας που έχουμε στην πλάτη μας! Παρέλασε όλο το αεροπλάνο από την τουαλέτα. Απορώ πώς δεν κατουρήθηκες στον ύπνο σου με όλο αυτό το τρεχούμενο νερό! Εγώ σηκωνόμουνα κάθε λίγο και λιγάκι!

- Υπερβολές. Ακόμα δεν ξύπνησα και με πήρες από τα μούτρα. Περίοδο έχεις; Οι άλλοι τί κάνουν;

Έσκυψε και κοίταξε τους φίλους του που κουβέντιαζαν ζωηρά. Τον κοίταξαν και αυτοί σα να απορρούσαν που είναι ζωντανός. Ο ‘υπνάκος’ του αδελφού μου δεν είχε περάσει απαρατήρητος.
Αναρρωτιέμαι αν κουβέντιαζαν γι’αυτό και οι αεροσυνοδοί που γελούσαν μπροστά...

Αφού περάσαμε κανένα τέταρτο όρθιοι στο διάδρομο του αεροπλάνου, ήρθε και η σειρά μας να κατέβουμε. Έριξα μια ματιά πίσω μου στον αδελφό μου που χασμουριόταν και ξεκίνησα για την έξοδο κρατώντας την χειραποσκευή με το αριστερό. (Το δεξί μου εξαρθρώθηκε όταν την κατέβασα από το χώρο αποθήκευσης).

Μπήκαμε στο αεροδρόμιο. Μιά ομάδα μικρών παιδιών ντυμένα με την στολή της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Νότιας Αφρικής πέρασε χορεύοντας κάνοντας απίστευτο θόρυβο με κάτι κακόφωνες καραμούζες που απ’ότι έμαθα αργότερα λεγόταν βουβουζέλες. Τα χάζεψα μέχρι που χαθήκαν στο βάθος του χώρου. Οι συνταξιδευτές μου σαν να μην πήραν χαμπάρι. Κοιτούσαν διερευνητικά το χώρο με την ανησυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τους. Ανησυχούσαν για τα όπλα τους. Πρώτη φορά ταξίδευαν χωριστά. Ούτε ερωτευμένοι να ήταν. Βέβαια το κάθε όπλο ήταν ειδικά φτιαγμένο και είχε χαρίσει ώρες ευτυχίας στον κάτοχό του. (Σε αντίθεση με άλλα αντικείμενα του πόθου...). Ενώ προχωρούσαμε, οι απόρθητες θήκες τα όπλα πέρασαν από μπροστά μας πάνω σε ένα καροτσάκι που έσπρωχνε βαριεστημένα ένας νέγρος. Τουλάχιστον είχαν φτάσει μαζί μας. Και οι τρεις τους κοντοστάθηκαν και το ακολούθησαν με τα μάτια σα μαγνητισμένοι. Το θέαμα τους αιφνιδίασε και μαρμάρωσαν. Μάλλον έκανα λάθος. Ήταν ερωτευμένοι. Εγώ απολάμβανα τη στιγμή όταν με την άκρη του ματιού μου είδα μια καλοντυμένη χαμογελαστή κοπέλα να κρατάει μία ταμπέλα με το επίθετό μου σε άσπρο φόντο. Δεν ήξερα ότι ήμουν τόσο διάσημος! Άσε που ταξίδευα ιγκόκγνιτο. Τράβηξα το μανίκι του αδελφού μου. Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Δεν άφηνε το καρότσι από τα μάτια του με τίποτα.

-          Δε γλυτώνω από τις θαυμάστριες με τίποτα. Ούτε στην άλλη άκρη του κόσμου.
-          Τί μου τσαμπουνάς τώρα. Δεν είναι ώρα για αστεία. Κάτσε να δούμε που πάνε τα όπλα...
-          Δεν ξέρω τί διαστροφή σας έχει πιάσει. Εγώ έχω θαυμάστρια. Πάω στην κοπέλα που κρατάει το όνομά μου.

Πήδηξε σαν να τον τσίμπισε σφήκα. Επιτέλους ξεκόλλησε τα μάτια από το καρότσι και γύρισε προς τα μένα.

-          Πού είναι; Έχω κανονίσει να μας περιμένει κάποιος να μας περάσει από τον έλεγχο!

Απογοητεύτηκα. Δεν είμαι τόσο διάσημος τελικά. Απλά έχω το ίδιο επίθετο με τον οργανωτικό αδελφό μου.

-          Εκεί. Κάτω από την κολώνα.

Την είδε, τη χαιρέτησε και φώναξε τους άλλους δύο που ακόμα κοιτούσαν το καρότσι. Πήραν τα μάτια τους από πάνω του με δυσκολία και μας ακολούθησαν.

Η θαυμάστριά μου αποδείχτηκε πολύ αποτελεσματική στην διεκπεραίωση της διαδικασίας εκτελωνισμού των όπλων. Μέσα σε λίγα λεπτά οι θήκες είχαν ανοιχτεί και ένας-ένας οι ιδιοκτήτες πέρασαν από έλεγχο τα όπλα τους. Με την ανακούφιση ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους παρακολούθησαν για άλλη μια φορά τα αγαπημένα τους αντικείμενα να απομακρύνονται από κοντά τους. Ένας άλλος βαριεστημένος νέγρος  ξεμάκρυνε με τις πολύτιμες θήκες στοιβαγμένες σε ένα καρότσι. Επόμενη συνάντηση στο Κίμπερλι, εκτός απροόπτου...

Διασχίσαμε το αεροδρόμιο και κατευθυνθήκαμε προς τις εσωτερικές πτήσεις. Η πλάτη μου πονούσε καθώς παραμορφωνόταν από το βάρος της τσάντας. (Μπορεί να πάθω σκωλίωση, αλλά τις σοκολάτες δεν τις αφήνω!). Η παρέα ήταν λιγότερο ομιλιτική. Η κούραση από το ταξίδι είχε αρχίσει μας καταβάλει. Με εξαίρεση τον αδελφό μου:

-          Το Κίμπερλυ συμπεριλαμβάνεται στις πόλεις που θα γίνουν αγώνες. Να δεις που θα βάλουν κανένα μεγάλο αεροπλάνο για να κάνουν δοκιμές στο αεροδρόμιο. Jumbo!

  Του έριξα ένα κουρασμένο βλέμμα.

-          Για καλό μου το λες; Στα μεγάλα αεροπλάνα η ουρά είναι μακριά! Μας βέπω πάλι να κρεμόμαστε από έξω. Καλύτερα να περπατήσω το Πράσινο Μίλι παρά όλο το διάδρομο!

-          Υπερβολές. Φτάνουμε όπου νά’ναι. Μόλις δεις το τοπίο στη φάρμα θα τα ξεχάσεις όλα. Μπα! Για κοίτα εδώ. Ωραία καπέλα. Δε δοκιμάζεις κανένα; Έχει πολύ ωραία, μπορεί να είσαι τυχερός και να σου κάνει κανένα. Εγώ πήρα περυσι.

Περνούσαμε μπροστά από ένα σταντ με δερμάτινα καπέλα. Ο αδελφός μου ήδη δοκίμαζε. Πότέ δε μου πήγαιναν τα καπέλα. Δοκίμασα και εγώ ένα-δύο χωρίς επιτυχία. Η τύχη μου δεν άλλαξε ούτε στο νότιο ημισφαίριο. Τα κρέμασα στη θέση τους και περίμενα βαριεστημένα τον αδελφό μου. Τελικά ούτε αυτός αγόρασε.  Μετά από τη μικρή στάση στα καπέλα συνεχίσαμε μέχρι που φτάσαμε στο χώρο αναμονής και σωριαστήκαμε στις καρέκλες. Το άβολο σκληρό πλαστικό μου φάνηκε σαν την πιό άνετη φουφουδάτη πολυθρόνα. Στην αρχή. Σύντομα πιάστηκα και σηκώθηκα να εξερευνήσω το χώρο. Άφησα την ασήκωτη χειραποσκευή να την φυλάν οι άγγλοι και πήδηξα πάνω από τα απλωμένα πόδια του αδελφού μου που συνέχιζε τον υπνάκο που είχε διακόψει η προσγείωση.

Ο χώρος ήταν αδιάφορος, τυπικός για αίθουσα αναμονής. Πίσω από τις στοιχισμένες πλαστικές καρέκλες υπήρχε ένα μικρό μαγαζάκι με σουβενίρ από το Μουντιάλ που άρχιζε σε λίγες μέρες. Περιπλανήθηκα ανάμεσα σε πολύχρωμα κασκώλ, καπέλα και κουκλάκια προσπαθώντας να σκοτώσω το χρόνο. Επανέλαβα την βόλτα μου αρκετές φορές μέχρι που ακούστηκε η αναγγελία της πτήσης μας. Επιτέλους. Φεύγουμε για Κίμπερλι! Ξύπνησα τον αδελφό μου και αναστέναξα για μια ακόμη φορά σηκώνοντας την τσάντα μου να μπω στη σειρά για επιβίβαση.

Το αεροπλάνο είχε παρκάρει κοντά στην πόρτα και δε χρειάστηκε να πάμε με λεωφοριάκι. Περπατούσα στην άσφαλτο γέρνοντας να αντιρροπήσω το βάρος της ασήκωτης πλέον τσάντας. Ένα αεροπλάνο γκάζωσε τις μηχανές να απογειωθεί και μας κατάπιε ο θόρυβος. Περίμενα λίγο να ξεμακρύνει.  Γύρισα και κοίταξα τον αδελφό μου.

-          Jumbo ε; Για τους αγώνες, ε; Έτσι είναι τα Jumbo;

-          Πώς κάνεις έτσι! Μια χαρά είναι τα ελικοφόρα. Μόνο που έχουν έλικες. Τους έλικες φοβάσαι;

-          Δε φοβάμαι τους έλικες, τα πεντάλια σκέφτομαι. Με σένα που έμπλεξα με βλέπω να πηγαίνω ορθοπεταλιά μέχρι το Κίμπερλι!

-          Υπερβολές. Εσύ φταίς. Ήθελες αεροπλάνο με κοντό διάδρομο. Ορίστε! Ούτε παραγγελία να ήτανε. Είναι και κοντές οι σκάλες. Δε θα κουραστείς να ανέβεις.

-          Στον πολιτισμένο κόσμο έχουν φυσούνες. Ούτε σκάλες ούτε βόλτες στο αεροδρόμιο. Τί σου λέω τώρα...

Είχα φτάσει στη σκάλα. Την ανέβηκα σαν τον Κουασιμόδο, χαιρέτισα την αεροσυνοδό και κατευθύνθηκα στη θέση μου. Ακριβώς δίπλα στον έλικα. Όχι και άσχημα, αν εξαιρέσεις ότι ο χώρος για τα πόδια ήταν περιορισμένος. Ευτυχώς δεν είμαι κανένας Φασούλας. Ο αδελφός ακολουθούσε κατά πόδας.

-          Άντε γκρινιάρη! Μια χαρά θέση!

-          Καλά, δε λέω, λίγο στενάχωρα όμως μου φαίνεται.

-          Έλα, έλα! Μπες μέσα γιατί έρχεται κόσμος!

Επιχείρησα για μια ακόμη φορά το αρασέ να τοποθετήσω την τσάντα μου στο χώρο επάνω. Βόγκηξα, την έσπρωξα, τη γύρισα, τίποτα! Η τσάντα δε χωρούσε. Την ξανακατέβασα με προσοχή μην μου ξαναφύγει το χέρι. Κοίταξα γύρω γύρω και τελικά έβαλα την τσάντα «στο χώρο που βρίσκεται στο κάθισμα μπροστά από τα πόδια σας», μόνο που δε χώραγε κάτω από το μπροστινό κάθισμα και έπιασε όλο τον διαθέσιμο χώρο για τα πόδια μου. Κοίταξα τον αδελφό μου ακόμα μια φορά, αλλά αυτός είχε φροντίσει να κοιτάει αδιάφορος ‘τ’αστέρια’. Με μια μανούβρα που θα ζήλευε το κορίτσι λάστιχο πέρασα στη θέση μου και τα πόδια μου κλειδώσαν στον ελάχιστο χώρο που απόμεινε γύρω από την παραγεμισμένη τσάντα. Για να βγω μάλλον θα πρέπει να εξαρθρώσω έναν αστράγαλο, ή και τους δύο. Πού θα πάει, θα κάτσει, δε θα κάτσει; Εδώ είναι η θέση του. Έκατσε.

-          Χαβιάρι θα μας φέρουνε ή λυπούνται τους οξύρυγχους;

-          Η πτήση είναι καμμιά ωρίτσα. Θα βολευτείς με κανένα αναψυκτικό μου φαίνεται.

-          Ξέχασα να σε ευχαριστήσω για την επιλογή σου να πάρουμε όσα περισσότερα πράγματα μπορούμε στη χειραποσκευή. Μέσα σε μια μέρα κουβάλησα όσο δεν είχα κουβαλήσει όλο τον χρόνο. Μέχρι τώρα μόνο οι αστράγαλοί μου δεν πονούσαν, αλλα από ότι βλέπω και αυτό το είχες κανονίσει. Αν έχεις κι άλλες τέτοιες ιδέες να τις βγάλεις σε DVD να γίνεις πλούσιος!

-          Άμα δεν έρθει η βαλίτσα σου στο Κίμπερλι θα με ευγνομωνείς. Άσε που εσύ την έχεις γεμίσει σοκολάτες!

-          Άμα δεν έρθει η βαλίτσα μου στο Κίμπερλι εσύ θα κλαίς! Τα περισσότερα εκεί μέσα είναι αυτά που μου άφησες να μεταφέρω. Ας μην κάνουμε όμως άλλες μαύρες σκέψεις. Αρκετά έχω να σκέφτομαι με το καινούριο στραβό μου σώμα και τα εξαρθρωμένα άνω και κάτω άκρα. Τί κάνει ο άνθρωπος για να κυνηγήσει στη σαββάνα...

-          Εγώ φταίω που κανόνισα να έρθεις. Έπρεπε να σου στείλω φωτογραφίες...

-          Μην ξεχνάς τα γεννέθλιά μου...

-          Δεν τα ξεχνάω. Του χρόνου όμως δε θα ξαναγίνεις σαράντα!

-          Αλήθεια, αλλά και τα σαρανταένα τα γιορτάζω....

-          Θα δούμε για του χρόνου. Δέσε τη ζώνη σου. Σε λίγο ξεκινάμε.

Έδεσα τη ζώνη μου και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ο ελικοφόρος κινητήρας δεν είχε καμμία σχέση με τη θηριώδη τουρμπίνα της Rolls Royce του αεροσκάφους της Emirates. Όπως και η άβολη θέση μου δεν είχε καμμία σχέση με την πολυθρόνα που με έφερε στο Ντουμπάι. Καθώς τον κοίταζα έβηξε και πήρε μπροστά. Ο έλικας περιστράφηκε και σχεδόν εξαφανίστηκε. Το μάτι μου απελευθερώθηκε και περιπλανήθηκε στο τοπίο. Ένα απαλό κόκκινο χρώμα απλωνόταν τριγύρω. Η μέρα έφευγε και μας αποχαιρετούσε με μια ερυθρή πανδαισία. Έμεινα να κοιτάζω. Ξαφνικά το σκεβρωμένο μου σώμα δεν είχε τόση σημασία. Τον μισοεξαρθρωμένο μου ώμο δεν τον αισθανόμουνα. Τα πιασμένα μου πόδια είχαν φύγει από το μυαλό μου. Με ρούφηξε το θέαμα. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι ήμουνα σε ένα μέρος μαγικό. Έμεινα με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι μέχρι που το αεροπλάνο σηκώθηκε ψηλά στον ουρανό και το σκοτάδι κατάπιε το κόκκινο φως. Η νύχτα έρχεται γρήγορα στην Αφρική. Όταν θα προσγειωνόμασταν στο Κιμπερλι θα ήταν πια σκοτάδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου