Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Στη Ζουγκλα...Μερος 4ον



Το ταξίδι τελικά ήταν λίγο παραπάνω από μία ώρα. Το κεφάλι μου ακουμπούσε βαρύ στο προσκέφαλο και τα μάτια μου ήταν κλειστά. Ίσως και να κοιμήθηκα λίγο. Το τράνταγμα της προσγείωσης με επανέφερε στην πραγματικότητα. Τα πόδια μου τα αισθανόμουν όπως τότε που τα βούτηξα στην Βόρεια Θάλασσα. Ή μάλλον δεν τα αισθανόμουνα. Προσπάθησα να τα κουνήσω και το μόνο που κατάφερα ήταν να γεμίσουν βελόνες. Γύρισα στον αδελφό μου. Προς μεγάλη μου έκπληξη δεν κοιμόταν.
-          Ξεράθηκες!
  Μου είπε.
-     Μάλλον κοιμήθηκα λίγο. Ευτυχώς γιατί δε θα άντεχα μέχρι τη φάρμα. Τα πόδια μου ξεράθηκαν.
-          Ακόμα δεν ξύπνησες, άρχισες.
-   Δεν άρχισα, απλά θα κάνω κανένα δίωρο να περπατήσω σαν άνθρωπος. Ελπίζω η μετακίνηση μέχρι τη φάρμα να είναι πιό άνετη.
-          Μην ανησυχείς. Θα έρθει ο Πιέρ με το Land Rover. Χωράμε άνετα.
-          Μακάρι, γιατί αισθάνομαι σαν μαθητευόμενος φακίρης.
Το αεροπλάνο σταμάτησε και η πόρτα άνοιξε. Μόλις σηκώθηκε ο αδελφός μου σήκωσα την τσάντα και την ακούμπησα στη θέση του. Κούνησα τα πόδια μου να ξαναθυμηθώ πού είναι οι αρθρώσεις και ξεδιπλώθηκα σαν το έντομο που μόλις βγήκε από το κουκούλι. Φορτώθηκα την τσάντα με ένα βογκητό για μια ακόμη φορά. Απομακρύνθηκα από τη θέση κουτσαίνοντας και δεν έριξα ούτε μια ματιά πίσω.

Το αεροδρόμιο στο Κίμπερλι ήταν όσο μικρό και απέριττο χρειάζεται. Σε ένα λεπτό βρισκόμασταν στο χώρο που παραλαβής αποσκευών, όπου δεν υπήρχε ιμάντας. Οι βαλίτσες ερχόταν σε καρότσια που έσπρωχναν βαριεστημένα οι αχθοφόροι. ( Ναι, ήτανε μαύροι, αλλά δεν το λέω για να μην με περάσετε για ρατσιστή!). Δεν αργήσαμε να πάρουμε τις βαλίτσες, όμως οι θήκες δε φαινόντουσαν πουθενά! Είχαμε φτάσει ένα βήμα από την καταστροφή, αλλά στην πραγματικότητα απείχαμε απλώς λίγα μέτρα από το γραφείο ελέγχου όπλων. Πριν αρχίσω να μοιράζω ηρεμιστικά, το είδα με την άκρη του ματιού μου. Κατευθυνθήκαμε προς τα εκεί, όπου περίμεναν και οι θήκες στοιβαγμένες. Τη διαδικασία παραλαβής των όπλων ούτε τυπική δεν μπορούσες να την πεις. Ήταν φανερό πως σε αυτό το αεροδρόμιο κάτι τέτοιο ήταν πιό βαρετό από τη ρουτίνα. Καθένας από τους συνταξιδευτές μου πήρε τη θήκη του σαν βραβείο για το πιό ευτυχισμένο χαμόγελο σε ανθρώπινο πρόσωπο και κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο κυλώντας τις αποσκευές μας. Τρεις χάχες και ο βοηθός του δόκτωρα Φρανκενστάιν!

Στο μικρό χώρο αναμονής έξω μας περίμενε ο γιός του ιδιοκτήτη της φάρμας Πιέρ. Πώς είναι ο ξένοιαστος, ψηλός, ξανθός, ηλιοκαμένος χολιγουντιανός γραμμωμένος μπρατσαράς που επιβιώνει στη σαββάνα μόνο με τα κατάλευκα δόντια του; Αυτός που είναι το όνειρο κάθε κοπέλας και ο εφιάλτης της μαμάς της; Καμμία σχέση. Θα τον έλεγα δημόσιο υπάλληλο από τους συνεπείς. Ο ορισμός του μέτριου παρουσιαστικού. Ψιλούτσικος, καστανός, ψιλοπλαδαρός με γυαλιά. Είχε όμως το πιό ειλικρινές και ζεστό χαμόγελο που κυκλοφορεί. Μέχρι να τους φτάσω είχε χαιρετίσει εγκάρδια τον αδελφό μου και γνωρίσει τους άγγλους. Συστηθήκαμε και σφίξαμε τα χέρια. Τον παρατηρούσα καθώς περπατούσε μπροστά μου ανταλλάσοντας πειράγματα και νέα με τον αδελφό μου. Καταλάβαινες ότι ήταν αγνός άνθρωπος, ευγενικός με φωτεινό πρόσωπο. Μάλλον το όνειρο κάθε μαμάς...
Φτάσαμε στο φωτισμένο χώρο όπου μας περίμενε το Land Rover. Ένα μακρύ Defender με σχάρα στην οροφή. Για ένα πράγμα είχε δίκιο ο αδελφός μου. Χωράμε άνετα. Ο Πιέρ άνοιξε το χώρο αποσκευών και αρχίσαμε το φόρτωμα. Βάλαμε από κάτω τις βαλίτσες για να μπουν από πάνω οι θωρακισμένες θήκες. Λες και άμα τις βάζαμε από κάτω θα παθαίναν τίποτα. Αλλά είπαμε, έρωτας είναι αυτός  και με τα αισθήματα δεν παίζεις... Εγώ πήγα λίγο πιό πίσω να κάνω μερικές ασκήσεις στα πόδια μου μέχρι να τακτοποιήσουν για να μπούμε μέσα. Τους είδα λίγο προβληματισμένους και πλησίασα. Οι θήκες ήταν μακρυές και για να κλείσει η πόρτα περνούσαν πάνω από την πλάτη του πίσω καθίσματος καταργόντας δύο θέσεις! Συμφώνησαν λοιπόν να καθήσουν δύο από εμάς στην πτυσόμενη θέση πάνω από την δεξιά πίσω ρόδα. Η σκέψη να βάλουμε τις θήκες στη σχάρα ούτε που τους περνούσε από το μυαλό, ούτε από τη γειτονιά για να λέμε την αλήθεια. Ο αδελφός μου με πλησίασε σκεφτικός.
-          Η φάρμα δεν είναι μακριά και θα σταματήσουμε για λίγα ψώνια στην πόλη...
-          Καλά, αλλά γιατί μου το λες εμένα; Δεν οδηγάω εγώ.
-          Ναι, αλλά μάλλον θα καθήσεις πίσω μαζί με τον Ντέιβιντ. Ο Γκάρεθ δε χωράει και εγώ θα καθήσω μπροστά να μιλάω με τον Πιέρ...
-          Κατάλαβα. Εγώ θα ξανακάνω το φακίρη. Πάνω που άρχισα να αισθάνομαι ότι έχω πόδια. Μπας και φοβάσαι μη σας ξεφτυλίσω στη σαβάνα και αποφάσισες να με κουτσάνεις; Γιατί, να ξέρεις, ακόμα και κουτσός τουφεκάω καλύτερα από εσάς!
-          Άρχισες πάλι τις υπερβολές. Θα φτάσουμε πριν το πάρεις χαμπάρι και θα βγεις στη σαβάνα αρτιμελής. Τότε να σε δω. Από λόγια με χόρτασες.
-          Ετοιμάσου να σε χορτάσω και γαζέλες. Άντε πάμε να μπούμε να τελειώνει επιτέλους αυτό το βασανιστήριο.
Στριμώχτηκα για μιά ακόμη φορά και ξεκινήσαμε. Σε λίγο σταματήσαμε στο πάρκινγκ έξω από μια αγορά στο Κίμπερλι. Ξεδιπλώθηκα για μια ακόμη φορά και βγήκα από την πίσω πόρτα.
-          Πάμε να πάρουμε ποτά για τα βράδια που θα καθόμαστε να κουβεντιάζουμε. Εσύ θες κάτι συγκεκριμένο;
-          Να μη θέλω και εγώ μια βότκα; Τόσα τραβάω να φτάσω. Ας έχω τουλάχιστον κάτι να πιώ για να ξεχάσω. Πάρε δύο.
Περιπλανηθήκαμε μέσα στην κάβα με τον αδελφό μου και πήραμε ό,τι ποτό θέλαμε. Αυτός κρατούσε το καλάθι, μια και αυτός είχε πιστωτική κάρτα. Νόμιζα ότι είχαμε τελειώσει όμως αυτός συνέχισε να κοιτάει εξονυχιστικά τα ράφια. Σίγουρα είχαμε έρθει με κυνηγετική διάθεση, αλλά αυτό ξέφευγε πολύ. Να παρατηρεί έτσι τα μπουκάλια... Τον έχω αφήσει πολύ μόνο του στην Αγγλία. Μάλλον θα πρέπει να το κοιτάξει... Τί λεν οι ψυχίατροι; Μίλα αργά και καθησυχαστικά. Αυτό έκανα.
-        Ψάχνεις κάτι; Δεν τα πήραμε όλα;
-      Την προηγούμενη φορά από εδώ το πήραμε. Είμαι σίγουρος. Πρέπει να βρω. Χωρίς αυτό δεν γίνεται... Α! Καλά το θυμόμουνα! Περίμενε.
Περίμενα. Πήγε σε ένα ράφι και πήρε δύο μπουκάλια. Τα έδειξε στον Πιέρ και βάλανε τα γέλια. Ήρθε κοντά μου.
-          Πάμε να πληρώσουμε!
-          Τί είναι αυτό που πήρες;
-          Jägermeister!
-          Jägermeister; Αυτό το καφέ ζουμί; Νομίζω έχω δοκιμάσει μιά φορά σε ένα πάρτι στη Βουδαπέστη και ήταν σαν να έπινα βρωμόνερα από πλυντήριο αλβανικού στρατώνα! Είσαι σίγουρος πως αυτό έψαχνες τόση ώρα;
-          Θα δεις. Χωρίς αυτό το κυνήγι στην Αφρική είναι λειψό.
Μετά την τελευταία του δήλωση ήμουν πλέον σίγουρος ότι ήθελε κοίταγμα. Θα έπρεπε όμως να το αναβάλω μέχρι να γυρίσουμε πίσω. Για την ώρα έπρεπε να πληρώσει και να πάμε στο Land Rover. Το βασανιστικό μου ταξίδι μέχρι τη φάρμα έπρεπε κάποτε να τελειώσει.

Η διαδρομή μέχρι τη φάρμα ήταν καμμιά ώρα. Κάποια στιγμή στρίψαμε αριστερά. Το Land Rover έτρεχε με εκατώ χιλιόμετρα πάνω στο φαρδύ καλοπατημένο λευκό χωματόδρομο που φέγγιζε στο φως του φεγγαριού. Ήμουνα πιασμένος στην άβολη θέση με τα πόδια μου στριμωγμένα από τα ψώνια στο Κίμπερλι όταν τα φώτα του Land Rover φώτησαν μια επιγραφή. Ο αδελφός μου κοίταξε πίσω όλο χαρά:
-    Φτάσαμε! Δεν το πιστεύω! Επιτέλους!
-    Το καλό που σου θέλω! Λίγο ακόμα εδώ πίσω και θα αρχίσω να ανοίγω τις θήκες...
Ήταν αλήθεια. Το αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα σε ένα συρμάτινο φράχτη στο ύψος του ώμου. Από εκεί που ήμουνα δεν μπορούσα να δω περισσότερα. Έπρεπε πρώτα να ξεδιπλωθώ. Οι υπόλοιποι κατέβηκαν και άρχισαν το ξεφόρτωμα. Περίμενα λίγο καθώς διάφορα χέρια έβγαζαν τα πράγματα από γύρω μου για να ξεφρακάρω. Δεν έβλεπα την ώρα να τεντώσω τα πόδια μου. Μόλις έγινε εφικτό, προχώρησα προς την έξοδο. Πάνω που ήμουνα έτοιμος να κατεβώ το πόδι μου έμεινε μετέωρο. Ένα καφέ τετράποδο με στριμένο τρίχωμα στη ράχη είχε πλησιάσει και γέμισε τον χώρο. Ακόμα δεν πάτησα πόδι στη σαββάνα και μου την πέσαν τα θηρία! Ήρθε ο Πιέρ.
-          Όσλο φύγε από εδώ! Μη φοβάσαι Γιώργο, δεν δαγκώνει τους φίλους.
-          Καλά, το κατάλαβα ότι είναι ήμερο, απλά δεν ήθελα να το πατήσω γι’αυτό σταμάτησα.
Όσλο! Τί περίεργο όνομα για σκυλί στη Νότια Αφρική! Πολύ ταιριαστό όμως. Μόλις το αντικρίσεις εύχεσαι να ήσουνα στο Όσλο! Τί τέρας είναι αυτό! Κατέβηκα με προσοχή δίπλα στον Πιέρ. Δεν ήθελα άλλες τέτοιες εκπλήξεις... Είδα άλλο ένα τέτοιο τετράποδο στο χορτάρι μπροστά στο αποικιακό σπίτι. Οι άλλοι άφαντοι.
-          Αυτός ποιός είναι;
-          Ο Λούγκερ! Το έτερον ήμισι της Όσλο. Μη φοβάσαι, δεν πειράζει.
   Όσο δεν πείραζε το πιστόλι στα χέρια του Γκέμπελς! Καλά πάμε ως εδώ.
- Πιέρ, περίμενε να σε βοηθήσω να πάμε μαζί στο σπίτι! 
Για καλό και για κακό, άρπαξα τη βαλίτσα μου και τον ακολούθησα κατά πόδας!         Σπρώξαμε την μεγάλη συρμάτινη πόρτα καί περάσαμε στην αυλή. Τα μεγάλα σκυλιά ήρθαν κοντά μας και με μύρισαν. Φύγαν χωρίς να χρησιμοποιήσουν άλλες αισθήσεις. Περπατήσαμε καμμιά δεκαπενταριά μέτρα στο γρασίδι μέχρι την μικρή πλαϊνή πόρτα της κουζίνας όπου στεκότανε η Σάντη, η μητέρα του Πιέρ.
Καλοστημένη, αδύνατη, με ήρεμη σιγουριά και διαπερεαστικό βλέμμα. Η κολώνα του σπιτιού. Ενός σπιτιού που απείχε μιάμιση ώρα με το αυτοκίνητο από τον πολιτισμό. Με καλοσόρισε θερμά. Σα να με ήξερε χρόνια. Αμέσως αισθάνθηκα σα στο σπίτι μου. Χάρηκα που στην βαλίτσα μου είχα φέρει δώρα για φιλόξενους ανθρώπους. Εκεί εμφανίστηκε ο αδελφός μου.
-          Πώς σου φαίνεται; Έλα να πάμε πίσω εκεί που θα κοιμόμαστε.
-          Εντυπωσιακό. Καλοί άνθρωποι φαίνονται. Και τα σκυλάκια τους δε λέω, χαριτωμένα.
-  Γνώρισες την Όσλο και τον Λούγκερ; Ωραία τα Rhodesian Ridgeback. Τους κρατούν συντροφιά.
-    Ωραία, η καρδούλα μου το ξέρει. Να τους πεις πως για παρέα ωραία είναι και τα χάμστερ. Και δεν έχουν και ζουρλό τρίχωμα στην πλάτη.
-          Είδες πως είναι το τρίχωμα; Αυτό είναι το χαρακτηριστικό τους. Έλα, πάμε από εδώ.
Χαιρέτισα προσωρινά και τον ακολούθησα τσουλώντας το βαλίτσα. Περάσαμε μέσα από την κουζίνα και διασχίσαμε την μεγάλη τραπεζαρία και μερικά ακόμα κλειστά δωμάτια μέχρι που φτάσαμε σε μια μικρή πόρτα μου οδηγούσε στην πίσω αυλή. Παρ’όλο που το σπίτι από έξω έμοιαζε εντυπωσιακό, το προχειρο ξύλινο πάτωμα που πατούσαμε και τα κλειστά δωμάτια ήταν παράταιρα.
-          Περίεργο πάτωμα έχει αυτό το σπίτι. Από έξω σου δίνει την εντύπωση πιό προσεγμένης κατασκευής.
-      Δεν το έχουν επισκευάσει ακόμα όλο. Δε σου είπα πως είχε πάρει φωτιά πέρυσι; Όλο αυτό το πίσω κομμάτι δεν είναι ακόμα έτοιμο. Γι’αυτό θα κοιμηθούμε σε άλλο κτήριο εμείς.
Κάτι θυμάμαι που μίλαγε για μια φωτιά σε κάτι φίλους του πέρυσι. Πέρυσι όμως δεν τους ήξερα, πού να καταλάβω τί μου έλεγε. Τότε αυτό το σπίτι δε σήμαινε τίποτα για μένα. Διασχίσαμε καμμιά εικοσαριά μέτρα στην πίσω αυλή και φτάσαμε σε ένα μεγάλο ορθογώνιο κτίριο. Η πόρτα άνοιγε στα δύο τρίτα του μεγαλύτερου τοίχου αποκαλύπτοντας ένα μονόχωρο δωμάτιο αφήνοντας το μικρότερο χώρο δεξιά. Το πάτωμα υπερυψωνόταν κατά ένα σκαλί δεξιά και στις δύο γωνίες υπήρχαν δύο κρεβάτια κάθετα στους μεγάλους τοίχους. Τα είχαν ήδη διαλέξει οι άγγλοι. Ανάμεσα στα κρεββάτια υπήρχε μια ξύλινη ντουλάπα όπου είχαν αρχίσει να τακτοποιούν τα πράγματά τους κουβεντιάζοντας και γελώντας. Η ευφορία ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα παρ’όλη την κούραση. Κοίταξα αριστερά. Στη μέση σχεδόν του χώρου κυριαρχούσε ένα μεγάλο τραπέζι μπιλιάρδου. Στις άλλες γωνίες άλλα δύο κρεβάτια με μια ξύλινη ντουλάπα στη μέση. Ο διακοσμητής πρέπει να είχε μεγάλη φαντασία. Τουλάχιστον ήταν λειτουργικό.
-          Διάλεξε!
-          Μπα, σε πιάσαν οι καλοσύνες; Καλά λοιπόν, εγώ θα παρω αυτό.
  Διάλεξα το δεξί κρεβάτι χωρίς λόγο. Πλησίασα με τη βαλίτσα και κάθισα στο στρώμα. Καθόλου άσχημα.
-          Τώρα που διάλεξες, πάμε να φέρουμε και τα υπόλοιπα πράγματά μας να τακτοποιηθούμε και εμείς.
-          Πάμε. Να φέρω να αδειάσω επίτέλους τη χειραποσκευή. Μου διέλυσε τον ώμο.
 
Ακολούθησα τον αδελφό μου από κοντά. Το Land Rover ήταν έξω από το φράχτη και ανάμεσα υπήρχε η τάφρος με τους κροκόδειλους, ε... το γρασίδι με τα σκυλιά. Τον αδελφό μου τον ξέρουν από παλιά.

Γυρίσαμε πίσω αλώβητοι με τα υπόλοιπα και αρχίσαμε να αδειάζουμε τις βαλίτσες. Οι άγγλοι είχαν βγάλει μερικά πράγματα και τα είχαν τοποθετήσει πάνω στο μπιλιάρδο, ο καθένας στη δική του γωνία. Είχανε πάει πίσω στο σπίτι να χαλαρώσουν πίνοντας κανένα ποτό. Οι θήκες με τα όπλα έλειπαν. Έβγαλα και εγώ τα πράγματα του αδελφού μου από την βαλίτσα μου και τα άπλωσα στο τραπέζι. Τα τσεκάρισε και τα έβαλε στη δική του μεριά της ντουλάπας. Έβαλε και αυτός κάτι πράγματα πάνω στην αντίστοιχη γωνία στο τραπέζι. Έριξα μια ματιά. Είχαν απλώσει το απόσταγμα της κυνηγετικής αγοράς φιλτραρισμένο από χρόνια εμπειρίας και γνώσης. Εγώ είχα φέρει ελληνική παραλλαγή ερήμου, μπότες αγορασμένες από το internet και την καταπληκτική τσάντα που μου έκανε δώρο η Bushnell όταν αγόρασα μία διόπτρα τότε που ήμουνα στο L.A.  Τα έβαλα διστακτικά στο τραπέζι. Η δικιά μου γωνία ήταν η πιό φτωχική. Ακολούθησα τον αδελφό μου προς την έξοδο σκεπτόμενος πώς θα προετοιμαστώ καλύτερα.

-          Τελικά δεν κάνει και τόσο κρύο.
-          Θα δεις. Ο Πιέρ μου είπε πως θα έχει κρύο το πρωί. Ίσως και να το παγώσει κάποια μέρα.
-          Το ελπίζω. Κουβάλησα τριάντα κιλά μάλλινα από την άλλη άκρη της γης. Πάμε να πιούμε κανένα ποτάκι να χαλαρώσουμε. Το ταξίδι με ψόφησε. Να προλάβουμε να κάνουμε και κανένα μπανάκι πριν κοιμηθούμε.
-          Όλα θα τα κάνουμε. Τώρα που φτάσαμε χωρίς πρόβλημα θα περάσουμε τέλεια. Υπομονή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου