Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Χιονισε...Στου Ριτσαρντ (μερος 2ο)


Η βροχή ξανάρχισε να πέφτει και πήγαμε τρέχοντας στην αποθήκη να μαζέψουμε τα πράγματα για να γυρίσουμε πίσω. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Είμασταν κουρασμένοι και νυστάζαμε και οι δύο, αλλά είχαμε περάσει υπέροχα. Βάλαμε τον Όσκαρ στο κλουβί του και τακτοποιήσαμε τα πράγματα στο πορτ-παγκάζ. Μπήκαμε μέσα στο αυτοκίνητο γρήγορα για να μην βραχούμε περισσότερο. 
- Μόλις φτάσουμε να βγάλουμε τα όπλα από τις θήκες και να τα περάσουμε
WD-40 και λάδι είπε ο αδερφός μου.
Ο αδελφός μου ορκίζεται στο WD-40. Μόνο γαργάρες που δεν κάνει. Θαυματουργό!
- Ναι, και λίγο ξυδάκι να τα κάνουμε σαλάτα! Εγώ μόλις μπω μέσα πάω για νάνι. Πάσχω από
jet-lag.
- Καλά, εσύ άσε το
Sirocco να σκουριάσει. Εγώ το 97άρι μου θα το περάσω.

Είχε βρει το κουμπί μου. Θα έπρεπε να αναβάλω τον ύπνο για λίγο. Η αλήθεια είναι πως τα όπλα του μοιάζουν καινούρια ακόμα και σημερα μετά από τόσα χρόνια. Ειδικό οπλοκιβώτιο, αφυγραντικά, λάδια, κάλτσες σιλικόνης...άμα βγάλουν και ζαρτιέρες θα τους πάρει. Ούτε γκόμενες να΄τανε.

- Εντάξει, αλλά μετά ύπνο.
- Έχουμε να γδάρουμε και τα κουνέλια και να ξεπουπουλίσουμε τα πουλιά. Μετά βλέπουμε.

Ξεφύσηξα. Το ραντεβού μου με την αγκαλιά του Μορφέα όλο και ξεμάκραινε. Τι εννοούσε «βλέπουμε»; Δε μου αρέσει αυτό... Ακόμα δεν είχε αναφέρει τη Ναντίν... Όσο πλησιάζαμε ο αδελφός μου σοβάρευε. Ξερόβηξε να καθαρίσει το λαιμό του.

- Πρέπει και να μαγειρέψουμε. Η Ναντίν θα γυρίσει αργά από τη δουλειά και θα είναι κουρασμένη.
Νά’το! Καλά το είχα μυριστεί. Το ραντεβού με το Μορφέα πάει περίπατο. Είπα να τον ρωτήσω τί χρώμα το θέλει το άλογο...

- Ενώ εμείς είμαστε ξεκούραστοι, είπα.
- Αν θες να πάμε και αύριο θα μαγειρέψουμε.
- Μιλάς με τον καλύτερο έλληνα σεφ! Και τον πιό ξεκούραστο!

Καλά που υπάρχει και ο Nescafe. Με βλέπω για διπλή δόση. Παρκάραμε μπροστά στο σπίτι και ξεφορτώσαμε τα πράγματα στον σκεπαστό χώρο μπροστά από την πίσω πόρτα όπου υπήρχε και μια μικρή τσιμεντένια μπανιέρα. Η πόρτα οδηγούσε σε ένα μικρό δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα όπου υπήρχε νιπτήρας, αποθηκευτικοί χώροι και το πλυντήριο, κάτι σαν πλυσταριό.

- Εγώ θα πλύνω τον Όσκαρ. Εσύ βγάλε τις γαλότσες και τα ρούχα σου μη γεμίσεις τον τόπο χώματα και πάρε τα πράγματα στο δωμάτιο.

Έβγαλα τις γαλότσες μου σιγοτραγουδώντας ενώ ο αδελφός μου έπλενε τον Όσκαρ στη μπανιέρα:
  «Σίδερα μασάει ο Κουταλιανός
    Τραίνα σταματάει ο Κουταλιανός...»

- Είπες τίποτα; Με ρώτησε φωναχτά. Μίλα πιό δυνατά γιατί δεν ακούω από το νερό...
- Τίποτα! Σιγοτραγουδάω.

 «Κι αν μασάει σίδερα και κάνει το λιοντάρι
 Στο τσαρδί του ο Κουταλιανός...» Συνέχισα να τραγουδάω καθώς έβγαζα τα ρούχα μου μπροστά στην πόρτα.
   «Τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρός
     Αχ! Πώς την φοβάται ο φτωχός Κουταλιανός
     Τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρος
      Άλλα μην το πείτε κανενός...»

Είχα αρχίσει να μερακλώνω και έκανα στροφές με το σώβρακο όταν άκουσα πίσω μου:
-
Hello George!

Τα ελληνικά τσαλίμια ήταν ανύμπορα μπροστά σε τέτοια προφορά. Έμεινα στη μέση της στροφής με τα χέρια μετέωρα. Φορούσα το μακρύ σώβρακο και οι κάλτσες μου είχαν μισοβγεί καθώς έβγαζα τις γαλότσες. Αισθανόμουνα σαν πρωταγωνίστρια του Χόλιγουντ που την αιφνιδιάσανε στο μπάνιο. Πάλι καλά που δεν έκανα κίνηση να κρύψω τα απόκρυφά μου. Είχε ανοίξει την πόρτα και με κοιτούσε. Ελπίζω να μην ήταν εκεί από ώρα!
- Χαλό Ναντίν! Την χαιρέτισα σε ελληνοαγγλικά. Μάι μπράδερ σέντ γιού γουλντ μπι λέιτ.
-
I came early to cook. Come in, it is cold outside!

Δε χρειάστηκε να το ξαναπεί. Μάζεψα τα ρούχα και την χαμένη μου αξιοπρέπεια και έφυγα τρέχοντας για το δωμάτιο με τις μισοβγαλμένες κάλτσες να ανεμίζουν.

Όταν κατέβηκα φορούσα τη φόρμα που είχαμε αγοράσει προσφορά στο Sainsburys πέρισυ στο Μπέλφαστ και μια κολεγίου. Η Ναντίν ανακάτευε κάτι στην κατσαρόλα. Ο Όσκαρ είχε ξαπλώσει στο μαξιλάρι του, μου έριξε μια κοιμισμένη ματιά χωρίς να σηκώσει το κεφάλι και αναστέναξε. Σκυλίσια ζωή σου λένε. Ο αδελφός μου ήταν σκυμένος στο νεροχύτη στο πλυσταριό. Πήγα κοντά του.

- Τί κάνεις εκεί?
- Ετοιμάζω τα κουνέλια. Εσύ πήγαινε έξω και ξεκίνα με τα πουλιά.

Είχε ήδη γδάρει τα δύο και τα είχε κόψει σε μερίδες που στέγνωναν σε ένα σουρωτήρι. Έξω έκανε κρύο, αλλά δεν έπρεπε να γεμίσουμε πούπουλα, «αν ήθελα να ξαναπάμε». Ήμουν πολύ κουρασμένος να αντιμιλήσω. Πήγα έξω στο στέγαστρο, άνοιξα τον μεγάλο μαύρο πλαστικό κάδο των σκουπιδιών και άρχισα να ξεπουπουλίζω το φασιανό. Ήμουνα περίεργος να δω που τον πέτυχα. Δεν άργησα να αποκαλύψω το σημείο στο λαιμό του. Το τραύμα ήταν ακριβώς στην ένωση κεφαλιού-λαιμού. Εκεί που είχα σημαδέψει. Αν μου έλεγε κάποιος πριν από λίγα χρόνια ότι σκότωσε φασιανό με αεροβόλο θα τον παιρνούσα για μυθομανή. Αν μου έλεγε για κουνέλια, θα του περνούσα ζουρλομανδία. Αυτά πριν την Αγγλία.

Τα πούπουλα του φασιανού είναι άτιμο πράμα. Ιδίως τα μικρά. Λες και είχαν αντικαδικό πεδίο. Πετούσαν έξω από τον κάδο, κολούσαν στα χέρια και την μπλούζα μου, κάθονταν στα μαλλιά μου. Μερικά ερχόντουσαν στο πρόσωπό μου και φύσαγα να τα διώξω. Δεν άργησε να γίνει αισθητή η παρουσία τους στο χώρο. Εγώ συνέχιζα απτόητος μέχρι που βγήκε ο αδελφός μου με δυό κούπες καφέ. Είχε τελειώσει με τα κουνέλια και ήρθε να με βοηθήσει.

- Τί κάνεις εδώ; Γέμισε ο τόπος πούπουλα!
- Τι ήθελες να γεμίσει, λέπια; Φασιανό καθαρίζω όχι ροφό!
- Σκύψε μέσα! Έχουν βγεί όλα έξω και θα τα φέρει ο αέρας μέσα στο σπίτι.
- Ε, πες του να μη φυσάει.

Με κοίταξε με τρόπο που έσκυψα. Μην αρχίσει πάλι τα «Αν θες αύριο...». Άφησε τους καφέδες, πήρε μια φάσσα και έσκυψε και αυτός. Είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τι κάνει ένα άντρα να σκύψει και δεν ήταν τα πούπουλα. Ήπια μια γερή γουλιά καφέ πριν γεμίσει με ιπτάμενα. Ζεστός, διπλός, σκέτος. Βάλσαμο! Συνεχίσαμε το ξεπουπούλισμα χωρίς να λέμε πολλά. Σε λίγο τα τρία πουλιά ήταν γυμνά.

- Πάμε μέσα. Είπε και ξεκίνησε με τις φάσσες ανά χείρας.
 Έβγαλα από πανω μου όσα πούπουλα μπορούσα να δω, πήρα το φασιανό και τον ακολούθησα σιγοτραγουδώντας: «Είμαι αητός χωρίς φτερά...». Το πλυσταριό μύριζε μηχανόλαδο. Τα όπλα ήταν στημένα στη γωνία καλογυαλισμένα. Τα είχε περιποιηθεί ο αδελφός μου. Φαίνεται ότι είχε πέσει σύρμα. Το φαγητό ήταν έτοιμο και έπρεπε να βιαστούμε. Η κουζίνα ήταν ζεστή και μοσχομύριζε. Η Ναντίν είχε κάνει καλή δουλειά. Η πείνα άρχισε να νικάει τη νύστα. Ίσως να βοήθησε και ο καφές.

Στρώσαμε την τραπεζαρία και καθήσαμε για φαγητό. Αναθεώρησα τις απόψεις μου για την αγγλική κουζίνα, για να κυριολεκτήσω την Ιρλανδική. Φάγαμε, συζητήσαμε, γελάσαμε. Ένα γεύμα όπως θα έπρεπε να είναι τα γεύματα. Χαλάλι το σκύψιμο. Μετά πήγαμε στο σαλόνι να καθήσουμε λίγο. Ο συνδιασμός αϋπνίας και καλού φαγητού έκανε τα βλέφαρά μου βαριά. Η παρέα όμως ήταν εξαιρετική. Ο Μορφέας έπρεπε να περιμένει και άλλο. Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε και κάποια στιγμή η Ναντίν μας καληνύχτησε και σηκώθηκε να πάει για ύπνο. Ήμασταν και εμείς κουρασμένοι. Θα ακολουθούσαμε σε λίγο. Έπρεπε πρώτα να καταστρώσουμε σχέδιο για αύριο. Σηκώθηκε και ο αδελφός μου να βγάλει τον Όσκαρ έξω. Γύρισε γελώντας.

- Έξω χιονίζει. Μεχρι το πρωί θα το έχει στρώσει. Μας βλέπω για κοκούνινγκ αύριο. Δεν έχει κυνήγι.
Τι εννοεί κοκούκικγκ; Εγώ κοιμάμαι με τον Όσκαρ! Δεν κατάλαβε καλά!

- Βγάλε παγοπέδιλα, σκι, snowmobile, δεν ξέρω τί, εγώ αύριο πάω για κυνήγι. Έστω και αν χιόνισε....στου Ρίτσαρντ!
 
Πήγα στο δωμάτιο για ύπνο απογοητευμένος. Η προοπτική να μην πάμε για κυνήγι λόγω χιονιού δεν μου άρεσε καθόλου. Το καλογυαλισμένο Sirocco στο κάτω πάτωμα στριφογύριζε στο μυαλό μου. Πήγα να το δω πριν ανέβω για να έχω την εικόνα του φρέσκια στον ύπνο μου. Τουλάχιστον να πάω κάπου μαζί του στα όνειρά μου. Πέρασα μπροστά και από τον άσπονδο φίλο μου που κοιμόταν ήδη στο μαξιλάρι του στην κουζίνα. Μισοάνοιξε το ένα μάτι και σα να γέλασε πονηρά. Ήξερε ότι η πόρτα μου δεν κλείνει καλά και θα ερχόταν πάνω μόλις με έπαιρνε ο ύπνος. Είχε ερωτευθεί τη βαλίτσα μου και δεν μπορούσε μακριά της. Δεν τη γλύτωνα την επίσκεψη. Απλά έλπιζα να μην είχε πάλι όρεξη πρωί-πρωί. Πήρα ένα AirgunWorld από τη στοίβα που είχε αφήσει ο αδελφός μου δίπλα στο κρεβάτι και το έριξα στο διάβασμα. Παρ’όλο που ήμουνα κουρασμένος, η πιθανότητα να μην πάω για κυνήγι τριβέλιζε στο μυαλό μου και δε με άφηνε να κοιμηθώ. Διάβασα κάμποσο μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Πρέπει να ήταν πολύ αργά.

Άκουσα την πόρτα μου να ανοίγει και αναθεμάτισα τον Όσκαρ. Προετοιμάστηκα ψυχολογικά για την περιφορά της υγρής και ζεστής γλώσσας του στο πρόσωπό μου. Είχα κλείσει τη βαλίτσα μου. Αντί γι’αυτό τα μάτια μου γεμίσανε με φως. Τί κόλπα ξέρει το κοπρόσκυλο, σκέφτηκα. Έχει μάθει να ανοίγει τα φώτα! Άνοιξα τα μάτια μου αλλά αντί για τον Όσκαρ είδα τον αδελφό μου με μακριά σώβρακα.

- Είναι εξίμιση. Ίσα που προλαβαίνουμε τις φάσσες, αν βιαστούμε.
  Πήδηξα πάνω και άρχισα να ντύνομαι.
- Μα το χιόνι...ψιθύρισα
- Έχει «παρδάλες». Μπορούμε να πάμε.
- Κάνε καφέ και κατεβαίνω.

Τελικά ο Όσκαρ δεν είχε έρθει. Ή ήρθε, βρήκε τη βαλίτσα κλειστή και ξανακατέβηκε στο μαξιλάρι του. Έβαλα τα μακριά σώβρακα και τις διπλές κάλτσες και κατέβηκα κάτω. Ο υπόλοιπος εξοπλισμός μας περίμενε στο πλυσταριό. Η μυρωδιά του καφέ πλυμμύριζε την κουζίνα. Ο αδελφός μου είχε μισοντυθεί.

- Σε πήρε ο ύπνος. Καλά που έβαλα ξυπνητήρι.
- Πίστεψα ότι δε θα πάμε με το χιόνι. Έβαλες ξυπνητήρι! Μπράβο! Και η Ναντίν;
- Ξύπνησα πριν χτυπήσει.
- Α! Είπα και’γω!

Άρχισα και εγώ να ντύνομαι με γρήγορες κινήσεις ενώ σιγοτραγουδούσα: «Του ά-ντρα του πολλά-βαρύ μην του μιλά-τε το πρω-ί, μην του μιλά-τε το πρω-ί του ά-ντρα του πολλά-βαρύ.....». Βλέπετε τότε ήμουν ακόμα ανύπαντρος. Τα μαζέψαμε όλα, πήρα και εξτρά «πολεμοφόδια» στην τσέπη λόγω κρύου και φορτώσαμε το αυτοκίνητο. Ο αδελφός μου ξανάκανε τον πακιστανό των φαναριών, μπήκε μέσα και ξεκίνησε προσεκτικά.

- Ευτυχώς που ρίχνουν αλάτι. Αλλιώς δε θα πηγαίναμε πουθενά.
- Εμείς το αλάτι το έχουμε για μάσα.
Άμα χιονίσει βράστα!

Φτάσαμε στου Ρίτσαρντ ενώ αχνόφεγγε και παρκάραμε δίπλα στο φράχτη κοντά στην αποθήκη. Δε σκόπευα να την ξαναπατήσω. Πάτησα το σύρμα να περάσει ο αδελφός μου και τον ακολούθησα χωρίς απρόοπτα ως την αποθήκη. Το χιόνι ήταν στρωμένο κατά διαστήματα, όμως το μεγαλύτερο τμήμα από τα χωράφια ήταν σκούρο. Έριξα σφαίρες στην τσέπη, έβαλα την πλερέζα και τα γάντια, έβγαλα το Sirocco από την θήκη, το όπλισα και ξεκίνησα τη γνωστή διαδρομή. Ο αδελφός μου πήρε τη δική του. Δε χρειαζόταν να μιλήσουμε. Θα συναντιόμασταν στο τέρμα.
Ξεμάκρυνα από την αποθήκη και χώθηκα στο δάσος από την κάτω μεριά. Χιόνι μέσα δεν είχε, αλλά το έδαφος ήταν μαλακό και τα κλαδάκια δεν έσπαγαν κάτω από τις
Lakeland. Έξυπνος είναι αυτός που μαθαίνει από τα λάθη των άλλων. Εγώ έλπιζα να έχω μάθει από τα δικά μου. Μπορούσα να είμαι απρόσεκτος χωρίς κόστος. Κοιτούσα ψηλά τα γυμνά κλαδιά να τέμνουν τον σκούρο, ακόμα, ουρανό με τις αισθήσεις μου σε επιφυλακή. Είχα μάθει το όπλο μου και το μάθημά μου και ήμουν έτοιμος. Είχα φτάσει δίπλα στο βάλτο στη μέση της διαδρομής όταν είδα την πρώτη. Μια μαύρη κουκίδα πάνω στις ευθείες των κλαδιών. Ακούμπησα στον κορμό που ήταν μπροστά μου. Υπολόγισα την απόσταση στα πενήντα μέτρα. Σαράντα μέχρι τη βάση του δέντρου. Θα έλεγα πολύ μακριά αν δεν είχε ανασύρει ο Όσκαρ το χθεσινό κουνέλι από τα βάτα. Η καρδιά μου επιτάχυνε, αλλά ελεγχόμενα. Είχα αρχίσει να γίνομαι έμπειρος. Σήκωσα το όπλο και κοίταξα μέσα από τη μικρή διοπτρα. 1.5-5Χ20. Αν πιστέψει κανείς αυτά που διαβάζει, ήταν άχρηστη στο μισόφως. Παιχνίδια του μάρκετινγκ. Η φάσσα φάνηκε πεντακάθαρα στο Χ3. Ήταν γυρισμένη προς τα μένα με το κεφάλι να ακουμπάει στο σώμα της. Πήρα βαθιά ανάσα και ακούμπησα το μάγουλο στο κοντάκι. Η πλερέζα δυσκόλευε την αναπνοή μου. Έπρεπε να τοποθετήσω το νηματόσταυρο λίγο πάνω από την κορυφή του κεφαλιού της. Είχα zero στα 30, οπότε η σφαίρα θα την έβρισκε στη βάση του λαιμού. Έβγαλα την ασφάλεια και πήρα το πρώτο στάδιο. Δεύτερη ανάσα, σταθεροποίηση. Πίεσα τη σκανδάλη. Την  ξερή τουφεκιά ακολούθησε ένας άλλος πιο πνιχτός ήχος. Χαμογέλασα. Είχα δει τη φάσσα να πέφτει μέσα από τη διοπτρα. Α, ρε follow through! Έφυγα προς τη βάση του δέντρου να την μαξέψω. 

Η πρώτη μου φάσσα με το Sirocco! Χαμογελούσα ακόμα όταν η γαλότσα μου εξαφανίστηκε στη λάσπη. Το νερό του βάλτου πότισε τις κάλτσες μου. Δεν ξέρω τι πάγωσε πρώτο, το πόδι, ή το χαμόγελό μου! Ξύλιασα! Έριξα το βάρος πίσω και τράβηξα δυνατά. Ανέσυρα αργά, με κόπο το δεξί μου πόδι, ευτυχώς μαζί με την εξαφανισμένη γαλότσα. Έσφιξα τα δόντια να πνίξω τα γαλλικά μου, μην ακουστούν οι κατάρες μου και διώξουν τα πουλιά. Χοροπήδηξα κούτσα-κούτσα μέχρι ένα πεσμένο κορμό, ακούμπησα το όπλο και έβγαλα τη γαλότσα. Τη γύρισα να φύγει το νερό και χύθηκε ένα μαύρο ζουμί. Απόσταγμα αποσύνθεσης, ευγενική προσφορά αγγλικού βάλτου. Μπλιάχ! Έβγαλα τις ποτισμένες κάλτσες και έπιασα το παγωμένο πόδι μου. Ήταν ακόμα εκεί. Το έτριψα να ζεσταθεί λίγο. Τα γαλλικά δίναν και παίρναν πίσω από τα σφιγμένα δόντια. Έπρεπε να βρώ κάτι να το σκουπίσω. Πήρα τα χαρτιά που είχα στην τσέπη, ‘για παν ενδεχόμενο’. Σκούπισα το πόδι και στη συνέχεια το εσωτερικό της γαλότσας όσο καλύτερα μπορούσα. Τα χάλασα όλα. Έλπιζα μόνο να μην έρθει το ‘ενδεχόμενο’... Έβγαλα την άλλη γαλότσα, έβγαλα τη μία κάλτσα και τη φόρεσα στο γυμνό πόδι μου. Ξαναφόρεσα τις γαλότσες και ευτυχώς δεν ένιωσα υγρασία. Το ηθικό μου αναπτερώθηκε λίγο. Αποφάσισα να αφήσω τις βρεγμένες κάλτσες κρεμασμένες σε ένα κλαδί για σημάδι και να επιστρέψω στο τέλος μαζι με τον αδελφό μου για την περισυλλογή. Είχα ακόμα λίγη ώρα μέχρι να ξημερώσει και πετάξουν οι φάσσες.

Απομακρύνθηκα από το βάλτο και συνέχισα τη διαδρομή μου κοιτάζοντας ψηλά τα κλαδιά. Σιγά-σιγά έφτασα στο τέλος όπου με περίμενε ο αδελφός μου καθισμένος στην πέτρα πίνοντας καφέ.

- Άργησες. Άκουσα και τουφεκιά. Τί έκανες;
- Πήρα μία φάσσα. Εσύ; Είπα και έβγαλα μια
Galaxy.
- Δεν είδα τίποτα. Πού είναι; Έχεις γίνει σα γουρούνι. Φέρε κανένα κομμάτι.
- Η φάσσα μας περιμένει στο βάλτο. Παραλίγο να μείνω και εγώ μέσα. Έβαλα σημάδι να πάμε μετά. Για τα ρούχα μην ανησυχείς. Θα τα βγάλω πριν μπω μέσα!
- Άσε τις αηδίες και πάμε για κανένα κουνέλι όσο κρατάει ο καιρός. Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνει αργότερα. Πού θες να πας;
- Εκεί που ήμουνα χτες, είπα χωρίς να διστάσω. Το ξέρω το μέρος.
- Εντάξει. Εγώ θα πάω προς τα πίσω. Άμα βαρεθείς έλα και θα με βρεις.
  Μαζευτήκαμε και πήρε ο καθένας το δρόμο του. Είχε πια ξημερώσει. Περπατούσα στο μονοπάτι δίπλα στις φτέρες κατευθυνόμενος στο άκρο του χτήματος όπου είχα καθήσει χθες. Εδώ το χιόνι έκανε αισθητή την παρουσία του καλύπτοντας φτέρες και χώμα σε μεγάλο βαθμό. Μόνο οι κουνελότρυπες έχασκαν σα στόματα. Τις χάζευα καθώς περπατούσα και απορούσα πού είναι όλα αυτά τα κουνέλια. Σίγουρα είναι νυχτόβια, αλλά ήταν τόσο πολλές! Εκτός και αν δεν κατοικούνται όλες. Την απορία μου έλυσε μια μικρή θολούρα που παρατήρησα σε μία. Σταμάτησα και κοίταξα πιο προσεκτικά. Άχνιζε! Κάποιες τρύπες που είχαν κουνέλια άχνιζαν από τα χνώτα και τη ζέστη! Χαμογέλασα και έφυγα για την κρυψώνα μου. Ήθελα να πιάσω το πόστο μου γρήγορα να κυνηγήσω τώρα που χιόνισε...στου Ρίτσαρντ!

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Χιονισε στου Ριτσαρντ... (μερος 1ο)

Η ιστορια που ακολουθει, ειναι γραμμενη απο τον αδερφο μου. Εξιστορει μια επισκεψη του στην Αγγλια πριν πολλα χρονια, οταν ακομα ειχα μαλλια, φωτογραφικη μηχανη με φιλμ, χρονο και μονο δυο αεροβολα...



Η βαλίτσα έχασκε στο πάτωμα. Σε μιά γωνιά της είχα πετάξει σώβρακα, κάλτσες, τα ‘θερμοφάν’, μερικές μπλούζες.
- «Τί θα γίνει ρε μάνα, θα τα φέρεις; Θέλω να κλείσω επιτέλους!» Φώναξα.
- «Τώρα!» Ακούστηκε από την κουζίνα. «Είσαι σίγουρος παιδάκι μου ότι θα τα πάρεις όλα; Αν σε σταματήσουνε στο ‘τσεκ-ιν’ θα πληρώσεις μιά περιουσία.»
- «Μάνα μιά ζωή έτσι πάω. Τώρα θα με πιάσουν;»
  Τοποθέτησα τις πλαστικές σακούλες με τάξη για να τις πάρει όλες. Με το ζόρι. Η Samsonite ξεχείλιζε.
- «Βάλε ένα χεράκι πατέρα να κλείσει. Πάτα εκεί στη γωνία.»
- «Άμα δει η μάνα σου να πατάω...Ποιός μας σώνει!»
- «Πάτα τώρα μην έρθει!»
  Η βαλίτσα έκλεισε. Γύρισα και το συνδυασμό και πήγα να τη σηκώσω. Ασήκωτη! Σα να είχε δίκιο η μάνα μου. Αν με σταματήσουν θα μουρμουράει αιώνες!
- «Πάμε!» είπα. «Θα αργήσουμε!».
- «Μια ζωή τελευταία στιγμή! Άντε και να μου τους φιλήσεις και τους δυό!» με χαιρέτησε η μάνα μου.
 Μπήκα με τον πατέρα μου στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για το Ελληνικό. Θα πήγαινα στον αδερφό μου στην  Αγγλία μετά από πολύ καιρό. Είχα καμμιά δεκαπενταριά μέρες μέχρι να ξαναρχίσω το πανεπιστήμιο και θα πήγαινα να τον δω. Αυτή το φορά με σκοπό.

  Η συννενόηση είχε γίνει πρίν λίγες μέρες:
- «Έλα ρε θηρίο! Τα  κατάφερες; Ξεμπέρδεψες;». Ήταν το αδέρφι μου στην άλλη άκρη της γραμμής. «Δεν έρχεσαι καμμιά βόλτα τώρα που έχεις καιρό να γνωρίσεις και τη Ναντίν. Ευκαιρία είναι!»
  Διέκρινα ένα τόνο ανυπομονησίας και προσμονής στη φωνή του. Ήταν σημαντική για αυτόν. Από καιρό την είχε βάλει στο μάτι. Δεν την είχα γνωρίσει όμως ακόμα. Δεν έχασα την ευκαιρία!
- «Τί να έρθω; Έχω ξαναδεί τυφλή. Γιατρός είμαι» τον πείραξα.
- «Δεν αφήνεις την  πλάκα; Το πράμα είναι σοβαρό. Θα αρραβωνιαστούμε!»
- «Καλά δεν τη λυπήθηκες; Πρώτα να χάσει το φως της και τώρα αυτό...Τς, τς, τς! Έπρεπε να υπάρχουν νόμοι για αυτές τις περιπτώσεις. Σε τί κράτος πήγες να ζήσεις!»
- «Άσε τις αηδίες και κοίτα μη σου φύγει τίποτα στη μάνα! Μένουμε μαζί!»
- «Α, ώστε έτσι πουλάκι μου...ΜΑΝΑ»! φώναξα.
- «Καλά. Τότε να ακυρώσω την παραγγελία για το Sirocco... Κρίμα γιατί θα ερχότανε αύριο....»
- «Αγαπημένε μου αδελφέ! Θα έκανες κάτι τέτοιο στο αίμα σου; Αφού με ξέρεις. Εγώ τάφος! Πάω να κλείσω εισητήρια. Θα σε ξαναπάρω να σου πω πότε φτάνω.»

  Πλησίασα την κοπέλα στο ‘τσεκ-ιν’ φορώντας το καλύτερό μου χαμόγελο.
- «Ταξιδεύετε μόνος; Πόσες βαλίτσες έχετε;»
- «Μόνος. Βαλίτσα μία.»
  Το στόμα μου κόντευε να πάθει αγκύλωση και το δεξί μου χέρι είχε μακρύνει από το βάρος. Με μία επιτηδευμένα ανάλαφρη  κίνηση τοποθέτησα τη βαλίτσα στον ιμάντα-ζυγαριά προσέχοντας να πατάει και στο σίδερο....
- «Εικοσιεφτά κιλά! Είναι λίγο βαριά» μου είπε χαμογελώντας και ασχολήθηκε με την έκδοση της κάρτας επιβίβασης.
  Είχα κερδίσει. Στο σπίτι τη ζύγισα κοντά στα σαράντα. Και μου χαμογελούσε...
- «Βιβλία» της λέω. «Ξέρετε εμείς οι φοιτητές όλο βιβλία κουβαλάμε.»
- «Ξέρω. Και η αδερφή μου τα ίδια τραβάει!»
Πάτησε το κουμπί να φύγει η βαλίτσα, αλλά από το βάρος γυρνούσαν οι ρόδες της και δεν έφευγε! Είχε σκαλώσει στο ‘σίδερο’! Διακριτικά της δίνω μια γονατιά και ξεκίνησε! Η κοπέλα έσκυψε να δέσει το ταμπελάκι στη βαλίτσα, γύρισε, με κοίταξε και μου χαμογέλασε. «Καλό ταξίδι».
- «Ευχαριστώ» της λέω και γυρνάω στον πατέρα μου που κοίταζε με μάτια γουρλωμένα. Μου είχε δώσει και θέση μπροστά σε παράθυρο. Να δεις που θα βάλει να κάτσει δίπλα μου κανένα ‘μωρό’! Τι σου κάνει ένα χαμόγελο!
- «Πάμε» του λέω χαρούμενος. «Να ψωνίσω και κανένα δωράκι από τα αφορολόγητα.»

  Κοιτούσα τον χοντρό ηλικιωμένο κύριο που προσπαθούσε να χωρέσει στην καρέκλα δίπλα μου και συνειδητοποίησα πως τελικά υπάρχει μια παγκόσμια συνωμοσία στην τοποθέτηση των συνταξιδευτών μου στο αεροπλάνο. Ή θα είναι άνω των εξήντα ή θα ξεχειλίζουν από την καρέκλα. Στην προκειμένη περίπτωση και τα δύο. Θα μου πείτε άλλο Χόλυγουντ και άλλο Ολυμπιακή...(Να μην ακούσω σχόλια για το χαμόγελό μου!). Η μόνη μου ελπίδα ήταν να μην έχει φάει τίποτα...επικινδυνο. Η πτήση κατά τα άλλα ήταν ήρεμη. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε χωρίς να πέσει ούτε ένα χειροκρότημα, απόδειξη πως το ταξίδι με αεροπλάνο είναι πιά ρουτίνα ακόμα και για τους Έλληνες. Έφυγα από το αεροπλάνο αφήνοντας πίσω την τελευταία ελπίδα μου πεθαμένη (μάλλον από ρεβύθια).
  Ο ιμάντας γυρνούσε γεμάτος βαλίτσες και εγώ περίμενα υπομονετικά βρίζοντας την έτερη παγκόσμια συνωμοσία για την  παραλαβή της βαλίτσας μου. Βγήκα από τους τελευταίους και είδα τον αδερφό μου να χαμογελάει πλατιά. Είχαμε καιρό να βρεθούμε.
- «Άσε τις χαιρετούρες και πάρε τη βαλίτσα. Έχω το δεξί χέρι του Τιραμόλα!»
- «Τι κουβαλάς πάλι....»
- «Περπάτα μη σου πω καμμιά κουβέντα. Πού είναι το αυτοκίνητο;»
- «Στο πάρκινγκ, από’δω.»

Μετά από κάμποση ώρα σταματήσαμε μπροστά στο σπίτι.
- «Φτάσαμε...» είπε ο αδερφός μου αμήχανα. «Η Ναντίν έχει ετοιμάσει βραδυνό. Ελπίζω να πεινάς και...σεμνά!». Σαν αδελφός με ξέρει...
  Είχα φάει στο αεροπλάνο, αλλά δεν ήταν ώρα για λόγια. Η πόρτα άνοιξε, ο Όσκαρ πετάχτηκε έξω χοροπηδώντας και...δεν πίστευα στα μάτια μου! Να πάρει! Αυτές οι τυφλές Αγγλίδες είναι πολύ όμορφες!
- «Hello George», μου λέει με άψογη προφορά. «Welcome» και ανοίγει την αγκαλιά της.
- «Γκλάντ το μιτ γιού Ναντίν!» της λέω σε άπταιστα ελληνοαγγλικά και την αγκαλιάζω. Για τυφλή βλέπει πολύ καλά!
- «Στην προηγούμενη ζωή σου πρέπει να ήσουν κοπροσκούλικο», λέω στον αδερφό μου και μπαίνουμε στο σπίτι.
  Πήγα τη βαλίτσα κατευθείαν στην κουζίνα. Δεκατέσσερα δίλιτρα λάδι, όσπρια, μέλι, τσουρέκια...μέχρι που έμειναν σκόρπια τα λίγα ρούχα μου.
- «Αν δε μου δώσεις ρούχα να φοράω θα πασαλειφτώ λάδι και θα κυκλοφοράω γυμνός σαν τη νεράιδα».
- «Προκειμένου να μου χαλάσεις το λάδι θα σου δώσω. Πήγαινε να αφήσεις τη βαλίτσα πάνω και έλα στην τραπεζαρία.»
  Ανέβηκα στο δωμάτιό μου με τον Όσκαρ να χοροπηδάει γύρω μου και να με κοιτάει στα μάτια. Δάγκωνε με μανία το μπατζάκι του μοναδικού παντελονιού που είχα πάρει μαζί μου. Περίμενε να παίξουμε. Στο μυαλό του ήμουν κάτι σαν μεγάλο παιχνίδι με κίνηση. Την προηγούμενη φορά που είχα έρθει με είχε κατατάξει στον πάτο της οικογενειακής ιεραρχίας λίγο πιο πάνω από τα παπούτσια. Ίσως να έφταιγα και εγώ που του έκλεβα τα παιχνίδια και έτρεχα να κρυφτώ στην μπανιέρα ουρλιάζοντας και τον προκαλούσα να με βρει. Από όσο μπορούσα να καταλάβω δεν είχε αλλάξει γνώμη. Αυτά τα Smooth Fox Terrier έχουν διαβολεμένη μνήμη.
  Το γεύμα κύλησε όμορφα. Το φαγητό ήταν υπέροχο, η κουβέντα ευχάριστη και χαρούμενη όπως η οικοδέσποινα. Πρέπει να παραδεχτώ ότι ο αδελφός μου με κοίταζε κάπως, αλλά χωρίς λόγο. Ήμουνα κύριος αν και το μάτι μου γυάλισε κάνα-δυό φορές. Το πράγμα ήταν σοβαρό.
  Μετά το επιδόρπιο η Ναντίν πήγε για ύπνο και έμεινα μόνος με τον αδελφό μου στο σαλόνι. Ήρθε η ώρα να πάρει την εκδίκησή του:
- «Πού είναι;» του λέω.
- «Ποιός;» μου κάνει αδιάφορα.
- «Ο πάπας! Μη μου κάνεις τον δύσκολο! Φέρ’το να το πιάσω μην αρχίσω να ουρλιάζω και ξυπνήσει η Ναντίν». Είχα και εγώ τα όπλα μου...
- «Α! Το Sirocco; Ξέχασα να σου πω. Θα έρθει την άλλη βδομάδα....»
- «Αν δε μου πεις που είναι αρχίζω τα ουρλιαχτά!»
- «Καλά. Κάθεσαι πάνω του τόση ώρα. Βάλε το χέρι σου κάτω από τον καναπέ.»
  Δε χρειαζόταν να μου πει άλλα. Είχα ήδη συνάψει σχέσεις με το χαλί και άρχισα να ψαχουλεύω κάτω από τον καναπέ ώσπου το έπιασα. Το είχε βάλει μέσα σε ‘κάλτσα’ μόνο και μόνο να παρατείνει την αγωνία μου! Τον κοίταξα αυστηρά ενώ αυτός κοιτούσε το ταβάνι δήθεν αδιάφορα. Ήθελα να σκίσω την κάλτσα σαν περιτύλιγμα παιδικού παιχνιδιού. Έλυσα το κορδονάκι, έβαλα το χέρι μου μέσα και το έβγαλα. Το φως γυάλιζε πάνω στο σκούρο μέταλλο και το κοντάκι από καρυδιά μου θύμιζε την τραπεζαρία που είχε βάλει στο μάτι η μάνα μου. Αυτή με τα γλυκά νερά και την αλμυρή τιμή. Είχε βάλει πάνω και την Simmons WTC 1.5-5Χ20 που ήξερα. Το όπλο είναι μικρό και πανέμορφο.
- «Ουάου!!!»
- «Μη φωνάζεις! Θα ξυπνήσει η Ναντίν!»
- «Είναι τέλειο!» ψιθύρισα.
- «Έχει σύστημα gas-ram, shrouded barrel,…»
- «Δε με χέζεις; Σφαίρες πού έχει;»
- «Δε γίνεται τώρα. Το έχω όμως μηδενίσει στα 30 μέτρα. Είμαστε έτοιμοι για αύριο!»
  Τί αύριο! Δεν έχει πάει σχολείο; “Ποτέ μην αναβάλεις για αύριο αυτό που μπορείς να κάνεις σήμερα”. Έδειξα χαρακτήρα.
- «Και πού θα πάμε;» ρώτησα δήθεν αδιάφορα.
- «Στου Ρίτσαρντ! Τον έχω πάρει τηλέφωνο.» 

  Ο Ρίτσαρντ είναι φίλος του αδερφού μου. Θα έλεγα ότι έχει κλασικό αγγλικό παρουσιαστικό. Σαραντάρης, ψηλός, αδύνατος, ξερακιανός. Για τη γυναίκα του δεν θυμάμαι πολλά, μιά και την έχω δει μόνο μια φορά. Μόνο ότι τη λένε Νίκη. Έχει επίσης δύο γιούς και δύο αξιολάτρευτες κόρες. Τον Jasper, τον Harvey, την Florence και την Daisy. Έχει και ένα σκύλο τον Γκας, κολλητό του άσπονδου φίλου μου του Όσκαρ. Αν θυμάμαι καλά είναι σύμβουλος επενδύσεων ή κάτι τέτοιο (ο Ρίτσαρντ, όχι ο Γκας). Μένει σε ένα δυόροφο σπίτι και πιστεύω ότι το μεγάλο τζιπ που είναι συνήθως παρκαρισμένο μπροστά είναι δικό του.
  Α! Παραλίγο να το ξεχάσω! Το σπίτι είναι χτισμένο στην άκρη ενός κτήματος περίπου 50 στρεμάτων που περιλαμβάνει και τμήμα από ένα δάσος 350 στρεμάτων. Μόνο ένα μικρό κομμάτι μπροστά στο σπίτι είναι φροντισμένο γρασίδι. Γύρω από το γρασίδι έχει φτέρες οι οποίες έχουν φυτρώσει πάνω σε τρύπες! Μέσα σε αυτές τις τρύπες ζουν πολλά μικρά τριχωτά ζωάκια με μεγάλα αυτιά. Στα δέντρα που αρχίζουν μετά τις φτέρες κάθονται κάτι μεγάλα περιστέρια και κοράκια. Μερικές φορές γκρίζα σκιουράκια τρέχουν πάνω στα δέντρα. Τα σύνορα μέσα στο δάσος δεν είναι τόσο ξεκάθαρα, οπότε θα μπορούσε κάποιος που δεν είναι ντόπιος να μπερδευτεί και να περιλανηθεί και στο υπόλοιπο δάσος...
  Σε αυτό το δάσος ήμουνα όταν αισθάνθηκα κάτι ζεστό και γλοιώδες να περιφέρεται στο πρόσωπό μου. Προσπάθησα να το διώξω χωρίς αποτέλεσμα. Άνοιξα τα μάτια μου και... είδα τον Όσκαρ να χαμογελάει θριαμβευτικά! Θα πρέπει να μιλήσω στον αδερφό μου για το σκύλο του. Αν θέλει να κοιμάται μέσα στη βαλίτσα μου θα πρέπει τουλάχιστον να πλένει τα δόντια του πριν πάει για ύπνο. Σκούπισα τα σάλια με την παλάμη μου και κοίταξα το ρολόι. Ήταν 5:30, σχεδόν πρωί! Ο ήλιος θα αργούσε ακόμα να βγει, αλλά ένα καλό πρωινό είναι το καλύτερο ξεκίνημα για μια μέρα. Ίδίως όταν η φασαρία θα ξυπνήσει τον αδερφό σου να πας κυνήγι. Ήξερα ότι στον παραμικρό θόρυβο θα πεταγόταν πάνω και θα ερχόταν τρέχοντας στην κουζίνα. Υπήρχε ο κίνδυνος να ενοχλήσουμε την Ναντίν...Σαν αδερφός τον ξέρω... Πραγματικά δεν πρόλαβε να μου ξεφύγει η πόρτα από το ντουλάπι του καφέ και ο αδερφός μου εμφανίστηκε στην πόρτα με το σώβρακο.
- «Σσσσς!!! Τρελλός είσαι? Θα ξυπνήσεις την Ναντίν! Ξέρεις τί ώρα είναι?»
- «Πεντέμιση. Φτιάχνω καφέ. Έλα.»
- «Από τώρα? Ξημερώνει στις εφτάμιση. Τι ξύπνησες τόσο νωρίς!»
  Η αλήθεια είναι ότι είχαμε καθήσει μέχρι αργά το προηγούμενο βράδυ.
- «Δε φταίω εγώ. Να μάθεις το σκύλο σου να διαβάζει το ρολόι καλύτερα. Αν ξαναπάς για ύπνο θα ξυπνήσεις τη Ναντίν. Φέρε τις φόρμες να ετοιμαστούμε.»
  Έφυγε μουρμουρίζοντας κάτι για την τύχη του μέσα και ξαναήρθε με τις φόρμες παραλλαγής. Παντελόνι, σακάκι, γάντια, καπέλο, πλερέζα όλα σε άψογη αγγλική παραλλαγή.
- «Το σώβρακό μου είναι άσπρο, πειράζει?» τον πείραξα και του έδωσα το φλυτζάνι με τον καφέ.
- «Όρεξη έχεις πρωί-πρωί...». Ήπιε μια γουλιά και πήγε να ανοίξει την πόρτα να μπει ο Όσκαρ μέσα. « Έχει ‘τσαφ’. Πρέπει να έχει κρύο σήμερα.»
  Αρχίσαμε να ντυνόμαστε (τις πλερέζες θα τις βάζαμε όταν φτάναμε για να μην τρομάζουν οι περαστικοί!). Με τα θερμοφάν ήμασταν σαν καουμπόηκες καρικατούρες από το Λούκη-Λούκ.
- «Είσαι σίγουρος ότι θα βάλω αυτά τα ρούχα?»
- «Ναι. Εμένα δεν μου κάνουν πια.»
  Ήμουνα σαν την Αλίκη στο ναυτικό όταν φόρεσε τη στολή για να μην την αναγνωρισει ο Ναύαρχος-Κωσταντάρας.
- «Δεν μπορώ να πω, άνετα είναι. Την άλλη φορά όμως να τα πλύνεις στο καυτό.»
- «Αν δε σου αρέσουν βγάλτα και πάρε ένα δίλιτρο λάδι. Αλλά μπορεί να πάθεις κανένα κρυοπάγημα, ξέρεις πού...» και έδειξε χαμηλά...
  Χα! Χα! Γελάσαμε. Που τη βρίσκει την όρεξη πρωί-πρωί!
 - «Έλα, πάμε. Να φτάσουμε νύχτα να προλάβουμε τις φάσσες.» είπε και σηκώθηκε.
  Το κόλπο ήταν να φτάσουμε πριν ξημερώσει. Μπαίνουμε στο δάσος προσεχτικά και κοιτάμε για φάσσες στα γυμνά δέντρα καθώς χαράζει. Κοιμούνται πάνω στα κλαδιά και φαίνονται σα μικροί μαύροι όγκοι με φόντο τον ουρανό. Οι βολές πρέπει να γίνουν σχεδόν κάθετα. Συνήθως παίρνουμε μια-δυό πριν ξυπνήσουν και πετάξουν.
  Έξω το κρύο ξύριζε. Έψαξα στις τσέπες μου να σιγουρευτώ για τα ‘πυρομαχικά’. Οι δύο Galaxy και το σακουλάκι με τα Minstrels ήταν στην δεξιά και την αριστερή τσέπη του σακακιού. Οι σοκολάτες είναι απαραίτητο συμπλήρωμα. Χωρίς αυτές το κυνήγι στην Αγγλία μου φαίνεται μισό. Το ψαχούλεμα στην τσέπη και το χράτσα-χρούτσα της συσκευασίας δε βοηθάει στο καρτέρι, αλλά μερικά πράγματα δεν κόβονται.
- «Περίμενε λίγο.» μου λέει και παίρνει από το πορτ-παγκαζ ένα μπουκαλάκι και μια ξύστρα.
- «Τί είναι αυτά?» τον ρωτάω.
- «Για τον πάγο.» Αρχίζει να ψεκάζει το παρ-μπριζ και μετά να το ξύνει.
  Είναι τρελοί αυτοί οι άγγλοι! Κάθονται και ξύνουν τζάμια αχάραγα στο κρύο! Έψαξα στην τσέπη μου για κανένα κέρμα, αλλά δεν είχα. Κρίμα.
- «Έχεις ταλέντο! Είσαι για Κηφισίας και Αλεξάντρας γωνία. Χαραμίζεσαι εδώ στην ερημιά. Με λίγο ηλιοθεραπεία θα κάνεις μεγάλη καριέρα!»
  Δεν πρέπει να το κατάλαβε και μου έκανε νόημα να μπούμε μέσα. Μάλλον έχει καιρό να οδηγήσει στην Αθήνα. Έβαλε μπροστά, άνοιξε τη ζέστη στο φουλ και ξεκίνησε προσεκτικά. Η διαδρομή θα διαρκούσε καμμιά εικοσαριά λεπτά.
- «Να τραβάς την σκανδάλη γλυκά και να προσέχεις το “canting”.» μου λέει σοβαρά.
- «Χα! Δεν ξέρεις με ποιόν μιλάς! Μιλάμε για την μετενσάρκωση του Vasili Zaitsev
- «Αν δε με ακούσεις, στο γυρισμό θα μιλάω με την προσωποποίηση του Βασιλάκη Καΐλα.» Με έκοψε. «Και μην ξεχνάς το follow through
  Όλα αυτά κάτι μου θυμίζανε, αλλά αμυδρά. Μου τα έχει πει πολλές φορές και μου τα ξαναείπε χθες το βράδυ, αλλά εγώ κρατούσα το Sirocco…. Είπε και άλλα. Ο αέρας στο πρόσωπο, αργά και ήσυχα... Το μυαλό μου όμως ήταν κολλημένο στο Sirocco. Όπως θα κολούσε το δάχτυλό μου στην παγωμένη σκανδάλη.
  Σταματήσαμε δίπλα στο φράχτη στη μια άκρη του κτήματος κοντά στη μικρή αποθήκη. Ήταν ακόμα σκοτάδι. Θα πηδούσαμε εδώ το φράχτη για να μπούμε, μην ξυπνήσουμε τον Γκας. Στην αποθήκη θα αφήναμε τις θήκες, θα καταστρώναμε το τελικό σχέδιο και θα βάζαμε τις πλερέζες. Πάτησα το σύρμα με το χέρι μου και πέρασε ο αδερφός μου με τα  πράγματα. Άκουσα τα βήματά του στο παγωμένο γρασίδι να ξεμακραίνουν για την αποθήκη. Ήταν η σειρά μου να πηδήξω. Πέρασα το δεξί μου πόδι πάνω από το σύρμα και πάτησα τη γαλότσα μέσα. Με ένα μικρό πηδηματάκι μετέφερα το βάρος μου και σήκωσα ψηλά το αριστερό μου πόδι. Παιχνιδάκι! Έκανα δυό βήματα όταν ένα αόρατο χέρι μου άρπαξε το δεξί πόδι και έπεσα. Το βρετανικό σύρμα άκουσε γαλλικές λέξεις μέσα στην παγωμένη αγγλική νύχτα. Σηκώθηκα και πήγα στην αποθήκη.
- «Καλύτερα να κρεμάσεις κουδούνια!»
- «Δε φταίω εγώ! Το κ#^*σύρμα μπλέχτηκε στο πόδι μου.»
- «Έτοιμάσου να ξεκινήσουμε.»
  Πήρα ένα κουτάκι Accupell και τις έχυσα στο χέρι μου.
- «Φτάνουνε?»
- «Τί θα τις κάνεις όλες αυτές?»
- «Να μην κάνω και λίγο σημάδι? Για να μάθω το όπλο....»
- «Κάνε ό,τι θες, μόνο τελείωνε.»
  Πήρα λίγες ακόμα από το άλλο κουτί και τις έριξα στην τσέπη μου. Καλύτερα να περισσέψουνε.  Έβαλα την πλερέζα και έβγαλα το όπλο από τη θήκη. Κρέμασα το πτυσόμενο σκαμπουδάκι στον ώμο. Ποίημα! Ήμουνα έτοιμος! Σήμερα το Sirocco θα δοκιμαζόταν... στου Ρίτσαρντ.

  Τελικά οι γαλότσες δεν είναι τα καταλληλότερα παπούτσια για κυνήγι τον Ιανουάριο στην Αγγλία. Οι Lakeland που είχα πάρει προσφορά στο Sainsburys σίγουρα δεν ήταν φτιαγμένες για κρύο. Παρ’όλες τις διπλές κάλτσες τα πόδια μου θα μπορούσαν να ανήκουν σε πιγκουίνο. Ήταν όμως πράσινες και ταίριαζαν με την παραλλαγή. Η σόλα ήταν σκληρή και μάζευε λάσπη. Με κάθε βήμα ένιωθα πως έκανα προπόνηση για αστροναύτης. Ήταν τουλάχιστον αδιάβροχες, εκτός και αν έπεφτες στο βάλτο και χωνόσουνα στη λάσπη μέχρι το γόνατο.
  Προχωρούσα αργά στο μονοπάτι που πήγαινε από το κάτω μέρος του κτήματος. Ο αδελφός μου ακολουθούσε το άλλο που παιρνούσε από μέσα. Μας χώριζαν καμμιά πενηνταριά μέτρα. Θα κάναμε μία αργή πορεία γύρω στα χίλια μέτρα κάτω από τα δέντρα και θα συναντιόμασταν στην άλλη άκρη να συνενοηθούμε για μετά. Τώρα κυνηγούσαμε φάσσες. Κοιτούσα με προσοχή τα γυμνά κλαδιά μήπως αναγνωρίσω τον γνώριμο όγκο με φόντο το αμυδρό φως του ουρανού. Είχε αρχίσει να αχνοφέγγει. Σε κάθε μου βήμα πρόσεχα, αλλά συνεχώς πατούσα κλαδάκια που έσπαγαν σαν πασχαλιάτικες στρακαστρούκες και πρόδιδαν τη θέση μου. Από την άλλη μεριά ησυχία. Πως το κάνει ο π.... Στο μυαλό μου έρχεται ο ιποππόταμος  του Disney που χορεύει μπαλέτο με περισσή χάρη. Συνέχισα την πορεία μου κοιτώντας ψηλά. Πάγωσα. Όχι από το κρύο. Στο μπροστινό δέντρο μια σκοτεινή μπάλα διαγραφόταν σε περίπου 30μ. Τέλεια! Η καρδιά μου χόρευε σάμπα και μαζί της τα χέρια μου. Πήρα βαθειές ανάσες να ελέγξω το ρυθμό. Έβαλα το Sirocco στον ώμο και ο δείκτης μου έσπρωξε μαλακά την ασφάλεια και αγκάλιασε την παγωμένη σκανδάλη. Εντόπισα τη φάσσα μέσα από τη Simmons στο Χ3 να χορεύει πίσω από το σταυρό. Έβαλα το σταυρό στη βάση του λαιμού. Πήρα βαθιά ανάσα, σταθεροποιήθηκα και πήρα το πρώτο στάδιο της σκανδάλης. Η τουφεκιά έσκισε την ησυχία  σαν κεραυνός.
  ‘Ποτέ μην κάνεις χειραψία με αριστερόχειρα’, θυμάμαι πως είχα ακούσει παλιά σε ένα γουέστερν. Δεν περίμενα ότι η φράση αυτή θα έβρισκε εφαρμογή στην παγωμένα αγγλική επαρχία παραλλαγμένη: ‘Ποτέ μην αφήνεις αριστερόχειρα να σου μηδενίσει τη διόπτρα’! Μα ήταν 30 μέτρα! Μου είπε ότι τη μηδένισε στα 30! Κοτζάμ πουλί να αστοχήσω! Εκτόξευσα από μέσα μου ό,τι γαλλικό ήξερα για αριστερά και ζερβά και έβγαλα και καινούρια! Βλέπετε δεν ήξερα τότε ότι άλλο 30 μέτρα ευθεία μπροστά και άλλο με 60 μοίρες κλίση προς τα πάνω... Για να πω την αλήθεια με πείραξε που έχασα τη φάσσα. Το χειρότερο όμως ήταν πως θα είχε ακούσει την τουφεκιά. Τι να του πω, πως έκανα σημάδι νυχτιάτικα?  Και σαν να μην έφτανε αυτό άκουσα μια τουφεκιά που συνοδευόταν από το χαρακτηριστικό πνιχτό θόρυβο της σφαίρας που βρίσκει το στόχο. Έπρεπε να ρεφάρω.
  Έσπασα την κάνη, έβγαλα μια Accupell από το στόμα και γέμισα. Πήρα βαθειά ανάσα και άρχισα να προχωράω με όλες τις αισθήσεις μου τεντωμένες. Ο ουρανός είχε γίνει πιο φωτεινός και μπορούσα να προχωρήσω πιο γρήγορα. Ήταν πιο εύκολο να ελέγξω τα δέντρα, αλλά και για τις φάσσες ερχόταν η ώρα να ξυπνήσουν. Πήδηξα πάνω από πεσμένα δέντρα, απέφυγα τον βάλτο και εντόπισα άλλη μία εκατό μέτρα μπροστά-δεξιά. Πλησίασα σιγά σιγά προσπαθώντας να κρύβομαι πίσω από κάποιο δέντρο. Ήθελα λίγο ακόμα για να σιγουρευτώ. Έφτασα πίσω από ένα κορμό και αποφάσισα ότι είχα πλησιάσει αρκετά. Έβγαλα μπροστά το αριστερό μου πόδι και έριξα το βάρος μπροστά για να ξεμυτήσω. Το κλαδάκι που έσπασε κάτω από την αριστερή μου γαλότσα έκανε περισσότερο θόρυβο από την ενοχλημένη φάσσα που πέταξε. Στα δικά μου αυτιά τουλάχιστον. Τη φάσσα δεν την είδα να πετάει γιατί είχα κλείσει τα μάτια μου στην γκριμάτσα που μου έφερε ο ήχος από το κλαδί που έσπασα.
  Είχα σχεδόν φτάσει στο τέλος της διαδρομής μου. Διέσχισα τα τελευταία μέτρα και κάθισα σε μία πέτρα να περιμένω. Έβγαλα την πλερέζα να ανασάνω. Αποφάσισα να πνίξω τον πόνο μου στη σοκολάτα και έβγαλα τη μία Galaxy από την τσέπη και έκοψα ένα μεγάλο κομμάτι. Ο αδελφός μου είχε το θερμός με τον καφέ. Δεν είχα προλάβει να φάω τη μισή όταν άκουσα άλλη μία τουφεκιά που συνοδευόταν από τον γνώριμο ήχο.... 2-0! Έκοψα άλλο ένα μεγάλο κομμάτι. Δεν είχα προλάβει να τελειώσω την τελευταία μπουκιά όταν εμφανίστηκε ο αδελφός μου με την πλερέζα κατεβασμένη χαμογελώντας.
- «Τί έκανες;» Αυτή ακριβώς την ερώτηση ήθελα να αποφύγω....
- «Τίποτα. Εσύ;» απάντησα αδιάφορα με το στόμα μου να κολλάει από τη σοκολάτα.
- «Πήρα δύο.» Είπε χαμογελώντας. «Νόμισα ότι άκουσα τουφεκιά....» άφησε να αιωρείται και έβγαλε τις φάσσες από την τσάντα. Δεν ήταν τυχαίο που την κουβαλούσε αυτός....
- «Τουφέκισα, αλλά μου είχε μαγαρίσει τη διόπτρα ζερβοκουτάλας!»
- «Μια χαρά είναι η διόπτρα. Έριξες καμμία να την ελέγξεις;»
- «Περίμενα να έρθεις μη διώξω τα πουλιά. Κάτσε να δεις!»
  Σήκωσα το όπλο, σημάδεψα μια πέτρα στα 30 μέτρα και πάτησα τη σκανδάλη σίγουρος για την αποτυχία μου. Η πέτρα αναπήδησε μπρος στα έκπληκτα μάτια μου και ο αδερφός μου ξέσπασε στα γέλια.
-«Της κοντής...της φταίνοι ζερβοκουτάλες. Πάω στοίχημα πως δεν υπολόγισες ότι σημάδευες ψηλά. Γιατί δε με ακούς;»
  Τι να ακούσω; «Βάλε καφέ και ξαναρίχτα. Είμαι όλος αυτιά.» Και το εννοούσα. Μέσα σε κείνο το δάσος, καθισμένος σε μια πέτρα, με παγωμένα πόδια, πάνω από τον αχνιστό καφέ έβαλα τις βάσεις για το κυνήγι με αεροβόλο. Ο αδερφός μου είχε γίνει προφέσορας! Ποδόλιβρες, ταχύτητες, μπανάνες, canting, lock-time, υπολογισμός αποστάσεων γέμισαν το κεφάλι μου. Το Sirocco μου φάνηκε πιο ωραίο! Έριξα μερικές βολές για να συνηθίσω το όπλο και την τροχιά της σφαίρας.
- «Είμαι έτοιμος. Πού πάμε τώρα;»
- «Πάμε καρτέρι για κουνέλια. Θα σου δείξω που θα κάτσεις. Εγώ θα πάω σε άλλο λαγούμι. Προσπάθησε να πας ήσυχα. Όχι όπως πριν! Είσαι τυχερός που είδες φάσσα με τόση φασαρία. Για την τεχνική στο περπάτημα στο δάσος θα τα πούμε άλλη φορά. Να κυνηγήσουμε και λίγο.»
  Δεν είπα τίποτα. Είχα ξεμείνει από εξυπνάδες, ίσως για πρώτη φορά. Ελπίζω να μην κρατήσει πολύ!
- «Πάμε.» είπα και σηκώθηκα. Είχε έρθει η ώρα να κυνηγήσω κουνέλια....στου Ρίτσαρντ!

  Το πτυσόμενο σκαμπουδάκι εκτός από άβολο είναι και κρύο. Δεν ξέρω αν έφταιγε το υλικό ή η βροχή που έπεφτε σιγανά. Μπορεί και τα οπίσθιά μου να είναι ευαίσθητα. Τα τρία του πόδια χωνόντουσαν σιγά-σιγά στο μαλακό χώμα και του έδιναν κλίση. Κάθε λίγο το ξέχωνα και ξανακαθόμουνα. Έβλεπα τις σταγόνες να κατρακυλούν πάνω στο Sirocco και πιανόταν η καρδιά μου. Καινούριο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω! Στην αρχή το σκούπιζα, αλλά σύντομα κατάλαβα ότι ήταν μάταιο. Ανασηκωνόμουνα συχνά και κουνιόμουνα στην προσπάθεια να βρώ μια πιό άνετη θέση. Η βροχή κυλούσε πάνω στο καπέλο και τη φόρμα και το παγωμένο νερό κατέληγε στο σκαμπό. Αναπολούσα τον άνετο δερμάτινο καναπέ του Χίλτον και τον αχνιστό καπουτσίνο, όπως στον καναπέ εκείνο θα αναπολώ το άβολο και κρύο σκαμπουδάκι στην αγγλική ύπαιθρο. Καλύτερα εδώ. Χίλιες φορές! Καθόμουνα πίσω από ένα θάμνο στο όριο του κτήματος μασουλώντας Minstrels και παραμόνευα τις κουνελότρυπες στην απέναντι πλαγιά στα 20 μέτρα. Ο αδελφός μου θα πήγαινε στην άλλη πλευρά πίσω από την αποθήκη όπου υπήρχε ένα μεγάλο λαγούμι. Στα αριστερά μου υπήρχε ένας φράχτης από θάμνους και μετά ένας χωματόδρομος. Από εκεί και μετά δεν είχαμε άδεια να κυνηγάμε.
- «Άμα δεις κανένα να περνάει κρύψου.» είπε ο αδελφός μου. «Δεν ξέρεις που μπορείς να μπλέξεις. Έχει εδώ κάτι μ#^%κες...»
  Τελικά αυτό το είδος έχει κατακλύσει τον πλανήτη. Κυρίαρχο! Δεν είχα σκοπό να δημιουργήσω θέμα. Εξ’άλλου με τέτοιο καιρό μόνο κανένας τρελλός θα έβγαινε έξω. Το βλέμα μου πήγαινε από την πλαγιά στα δέντρα και πίσω στην προσπάθεια να εντοπίσω κίνηση. Η ώρα περνούσε και το μυαλό μου άδειασε και ταξίδευε από ΄δω και από ΄κει. Σχεδόν δεν είδα το κουνέλι που εμφανίστηκε ανάμεσα στα δέντρα στα 60 μέτρα. Μπορεί και να ήταν εκεί ώρα και να μην το είχα πάρει είδηση. Περίεργο πράγμα το μυαλό του ανθρώπου... Μόλις το συνειδητοποίησα ανακάθισα. Σχεδόν αναπήδησα. Η αδρεναλίνη ξεχύθηκε και ένιωσα τα αγγεία μου να με καίνε. Το μικρό τετράποδο με τα μεγάλα αυτιά με είχε ανασύρει από την αναπόλησή μου σχεδόν βίαια. Η καρδιά μου άρχισε τα δικά της, οι κόρες μου άνοιξαν να ρουφήξουν περισσότερο φως και το βλέμα μου καρφώθηκε στην μικρή γκρίζα φιγούρα που κινιόταν με μικρά πηδηματάκια ανέμελα ανάμεσα στα δέντρα. Δε με είχε καταλάβει. Ήταν μακριά. Έπρεπε να περιμένω. Καλύτερα, γιατί χρειαζόμουν χρόνο να τιθασεύσω τα ένστικτά μου. Σηκώθηκα και ακούμπησα στο δέντρο μπροστά μου.  Πήρα βαθιές ανάσες και έφερα τη διόπτρα στο δεξί μου μάτι. Η μεγέθυνση θα μου επέτρεπε να απολαύσω τη στιγμή καλύτερα. Όμορφο ζώο, χαριτωμένο. Καθόλου περίεργο που τα λατρεύουν τα κοριτσάκια...
  Εγώ όμως δεν είμαι κοριτσάκι. Πίσω από το νηματοσταυρο προσπαθούσα να υπολογίσω την απόσταση. Μάλλον να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν είναι μακριά. Το γυμνό μου δάχτυλο ακούμπησε την παγωμένη σκανδάλη πολλές φορές, αλλά δεν τράβηξα το πρώτο στάδιο. Ήταν μακριά. Στο μυαλό μου, ενώ περίμενα, πάτησα αυτή τη σκανδάλη πολλές φορές. Σχεδόν άκουσα τη σφαίρα να βρίσκει στόχο... Το κουνέλι δε συμμερίστηκε την αγωνία μου και απομακρύνθηκε. Συνέχισα να το παρακολουθώ μέχρι που χάθηκε. Σωριάστηκα στο σκαμνί που βυθίστηκε στο μαλακό χώμα με κλίση προς τα μπροστά. Δεν έδωσα σημασία. Έχωσα το χέρι στην τσέπη με τα Minstrels και άρχισα το χράτσα-χρούτσα, αλλά δεν πρόλαβα να ψαρέψω κανένα. Το κοφτό κακάρισμα του αρσενικού φασιανού στα αριστερά μου με πάγωσε. Είχε πλησιάσει όση ώρα ήμουν απασχολημένος με το κουνέλι. Δεν τόλμησα να κοιτάξω αμέσως. Ακούστηκε πολύ κοντά. Έβγαλα το χέρι προσεκτικά βρίζοντας από μέσα μου το υλικό συσκευασίας. Γύρισα αργά και προσεκτικά το κεφάλι. Είχα ξαναδεί αλλά δεν είχα χτυπήσει φασιανό. Συνήθως οι αγρότες τους εκτρέφουν και δεν θέλουν να τους χτυπάς. Ο Ρίτσαρντ όμως είναι σύμβουλος επενδύσεων... Ίσως είχε έρθει η ώρα.
  Το πολύχρωμο πουλί περπατούσε αμέριμνο σύρριζα στο θάμνο-φράχτη από τη μεριά του δρόμου. Σίγουρα δεν περίμενε ένα τρελλό Έλληνα με αεροβόλο να κρύβεται πίσω από τους αγγλικούς θάμνους μέσα στη βροχή. Ήταν γύρω στα 20 μέτρα. Έπρεπε να στρίψω αριστερά για να πάρω θέση βολής. Έτσι που είχε χωθεί το σκαμνί δεν μπορούσα να γυρίσω. Έπρεπε και το πουλί να περάσει το φράχτη προς εμένα. Βρισκόταν εκτός ορίων δικαιοδοσίας μου. Μόλις. Σηκώθηκα αργά όρθιος και έστριψα. Η βροχή που έπεφτε μαλάκωνε τους θορύβους. Δεν τον είχα ενοχλήσει. Δεν είχα δέντρο να ακουμπήσω, όμως ήταν αρκετά κοντά για να είμαι σίγουρος για ελεύθερη βολή στα όρθια. Περίμενα καθώς ο φασιανός συνέχισε να απομακρύνεται αργά με το σπαστό περπάτημα της κότας παράλληλα στο φράχτη. Κάθε φορά που σταματούσε ευχόμουν να περάσει στο δικό μου μέρος. Μάταια. Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Κοίταξα γύρω-γύρω και δεν είδα κίνηση. Σήκωσα το Sirocco και έψαξα το φασιανό μέσα από τη διόπτρα. Αποφάσισα να του ρίξω αν μου έδινε σίγουρη βολή και να τον μαζέψω αμέσως εγκαταλείποντας την κρυψώνα μου προδίδοντας τη θέση μου στους πιθανούς μελλοντικους στόχους.
  Εντόπισα το κόκκινο του ματιού του ανάμεσα στα κλαδιά του θάμνου σχεδόν αμέσως. Η μικρή μεγεθυνση της διόπτρας βοηθά πολύ στο κυνήγι. Λίγα μέτρα πιό κάτω υπάρχει ένα άνοιγμα. Θα τον περίμενα να φτάσει εκεί. Τον ακολούθησα με τον σταυρό κολλημένο στη βάση του κεφαλιού του. Έτσι είχα μεγάλο περιθώριο για λάθος στον κάθετο άξονα. Λίγο πιό πάνω κεφάλι, λίγο πιό κάτω λαιμός. Καίρια σημεία και τα δύο. Πήρα το πρώτο στάδιο καθώς ο φασιανός εμφανίστηκε περήφανος στο άνοιγμα. Μόλις ίσιωσε τον λαιμό του πίεσα τη σκανδάλη.
  “Follow Through” μου είχε πει ο αδελφός μου. Εγώ νόμισα ότι εννοούσε να τρέξω να τον κυνηγήσω μετά τη βολή. Πριν την κουβέντα μας στο δάσος... Ήταν μοιραίο να εφαρμόσω και τις δύο ερμηνίες την ίδια μέρα. Έμεινα κολημένος στη διόπτρα και ορκίζομαι πως είδα τα φτερά στη ένωση κεφαλιού-λαιμού να κουνιούνται σαν από ελαφρύ αεράκι. Ακριβώς εκεί που σημάδευα. Το μεγάλο πουλί έπεσε επί τόπου και άρχισε να χτυπάει τα φτερά του στο χώμα. Εφαρμόζοντας τη δική μου άποψη του follow through έτρεξα προς το άνοιγμα. Ξάπλωσα στο μουσκεμένο χώμα και άπλωσα το χέρι του τιραμόλα μέσα από το θάμνο. Άρπαξα το φασιανό από το λαιμό και τον τράβηξα στη δικιά μου μεριά.
  Δεν έχω κάνει ειδικά μαθήματα, ούτε έχω φίλο ινδιάνο. Πάω στοίχημα όμως πως το χορό μου γύρω από το νεκρό πουλί μέσα στη βροχή κραδαίνοντας και φιλώντας το νέο μου όπλο θα τον ζήλευε και ο μεγαλύτερος χορευταράς Απάτσι! Τα είχα καταφέρει! Δε με ένοιαζε αν έδιωξα όλα τα πουλιά του δάσους και έστειλα όλα τα κουνέλια του κόσμου στα τρίσβαθα των λαγουμιών τους. Αυτή ήταν η στιγμή μου! Χόρεψα, φώναξα, χοροπήδηξα, γέλασα. Αισθάνθηκα την ανάγκη να μοιραστώ τη χαρά μου με κάποιον δικό μου. Μάξεψα το σκαμνί, πήρα το φασιανό αγκαλιά και έφυγα τρέχοντας για τον αδελφό μου. Έτσι και αλλιώς είχα καταστρέψει την κάλυψή μου.
  Καθώς πλησίαζα προς τον αδελφό μου άρχισα να κινούμαι προσεκτικά να μην του χαλάσω το καρτέρι. Με κατάλαβε και μου έκανε νόημα να πλησιάσω σιγά από δεξιά. Πήγα δίπλα του όσο σιγά μπορούσα.
- «Καλά που ήρθες. Άκουσα φασαρία. Θα σου κάνανε χαλάστρα.» μου ψιθύρισε χωρίς να πάρει τα μάτια του από το λαγούμι.
- «Εγώ ήμουνα!» του είπα σιγανά και του έδειξα το φασιανό. Πάω στοίχημα πως το χαμόγελό μου φαινόταν πίσω από την πλερέζα.
- «Μπράβο! Το μάτωσες το Sirocco τελικά! Και με τί θήραμα! Και σε ανώτερα!» Είχε χαρεί πραγματικά.
- «Εσύ τι έκανες?» ρώτησα.
- «Είχε κίνηση. Έχω πάρει τρία κουνέλια. Τώρα όμως έκοψαν. Θες να φύγουμε? Έχουμε γίνει λούτσα.»
- «Πάμε» του λέω.
  Σηκώθηκε και πήρε το φασιανό στα χέρια του να τον χαζέψει. Η βροχή είχε σχεδόν σταματήσει, αλλά φυσούσε ένα παγωμένο αεράκι. Άφησα το βλέμα μου να περιπλανηθεί από το σημείο που έκανε καρτέρι ο αδελφός μου. Μπροστά του απλωνόταν μια επίπεδη έκταση με βουναλάκια από τις ανασκαφές των κουνελιών. Καμμιά σαρανταριά μέτρα στην ευθεία όλη και όλη. Μετά αρχίζαν βάτα. Άπλωσα το χέρι μου και πίεσα τον ώμο του αδελφού μου. Μέσα στα βάτα είχα δει μιά κίνηση.
- «Κουνέλι» του ψιθυρίζω. «Εκεί στα βάτα.» του έδειξα με το δάχτυλο.
- «Δεν το βλέπω. Είσαι σίγουρος? Ρίξ’του.»
  Και εγώ δεν ήμουν σίγουρος. Ήταν μια αμυδρή κίνηση. Ίσως η ιδέα μου. Η καρδιά μου ήταν πιό σίγουρη. Είχε αρχίσει τα δικά της. Έβγαλα την πλερέζα να με χτυπήσει ο κρύος αέρας στο πρόσωπο. Ενεργοποιείται έτσι ένα αντανακλαστικό που επιβραδύνει τη καρδιά. Σήκωσα το Sirocco και κοίταξα μέσα από τη διόπτρα. Δεν το είδα αμέσως. Έψαξα λίγο με τη διόπτρα και κατάφερα να ξεχωρίσω το κεφάλι του μέσα από τα κλαδιά. Είχε λουφάξει ακίνητο κοντά στο έδαφος και μας κοιτούσε. Εδώ δεν είχα περιθώρια λάθους. Πήρα βαθειά ανάσα και έβαλα το σταυρό ανάμεσα στα αυτιά. Υπολόγιζα την απόσταση λίγο περισσότερο από 40 μέτρα. Έδωσα 2 πόντους για πτώση. Πίεσα τη σκανδάλη σταδιακά. Ο πυροβολισμός τρόμαξε και εμένα τον ίδιο. Δεν κατάφερα να δω σίγουρα αν το χτύπησα. Ο ήχος όμως που ήρθε στα αυτιά μου από τα βάτα με έκανε να χαμογελάσω.
- «Το πήρες?» με ρώτησε.
- «Μάλλον. Πάμε να δούμε.»
- «Εκεί μέσα? Τρελλός είσαι? Να πας και άμα θες βοήθεια φώναξε. Εγώ πάω να μαξέψω τα δικά μου.»
  Χώθηκα μέσα στα βάτα μπουσουλώντας ενώ είχα αρχίσει να αμφιβάλω και εγώ για την ψυχική μου ισορροπία. Έψαξα όσο μπορούσα αλλά μόνο κουνελότρυπες βρήκα. Πάνω που ετοιμαζόμουνα να τα παρατήσω άκουσα γαλλικά από τον αδελφό μου. Ξεχώθηκα από τα βάτα και πήγα να τον βρω. Ήταν γονατισμένος πάνω στο λοφάκι μιας μεγάλης κουνελότρυπας και έσκαβε μανιασμένα το μαλακό χώμα με τα χέρια σα σκύλος μουρμουρίζοντας. Που και που έχωνε το κεφάλι του μέσα. Πάει, τού’στριψε! Ευτυχώς έχω μάθει πως να χειρίζομαι τέτοια άτομα.
- «Τί έγινε?» ρώτησα ήρεμα, καθησυχαστικά.
- «Το καπάκι!» μου πέταξε σκάβοντας. Είχε λαχανιάσει.
- «Σου έφυγε το καπάκι?» ρώτησα.
- «Άσε την πλάκα! Το καπάκι από το θερμός! Μου έπεσε στην τρύπα! Έπινα καφέ εδώ πάνω και σε παρακολουθούσα, όταν μου έπεσε από τα χέρια και κύλισε μέσα. Έχουν παγώσει τα χέρια μου, φόραγα και τα γάντια... Για δες αν το φτάνεις εσύ.»
  Έτσι εξηγείται! Το θερμός ήταν δώρο της Ναντίν. Χωρίς καθυστέρηση έπεσα στα τέσσερα και έχωσα το χέρι μου στην τρύπα. Τίποτα. Μόνο μια διακλάδωση και κατηφόρα. Το χώμα όμως ήταν μαλακο, αμμώδες.
- «Δεν πιάνω τίποτα. Δεν πάμε σπίτι να φέρουμε κάτι να σκάψουμε? Φαίνεται μαλακό.»
- «Πάμε. Να φέρουμε και τον Όσκαρ για βόλτα.»
  Πήραμε μόνο τα όπλα μαζί μας. Τα υπόλοιπα τα αφήσαμε στην αποθήκη. Πήγαμε σπίτι και γυρίσαμε με τον Όσκαρ, εργαλεία για την εκσκαφή και ένα φακό. Το σχέδιο ήταν απλό. Θα ανοίγαμε την τρύπα να χωθώ μέσα με το κεφάλι ενώ ο αδελφός μου θα μου κρατούσε τα πόδια. Μόλις έπιανα το καπάκι θα με τραβούσε έξω.  Πιάσαμε δουλειά ενώ ο Όσκαρ έτρεχε τριγύρω. Είχαμε καταφέρει να ανοίξουμε την τρύπα αρκετά και ετοιμαζόμουνα να χωθώ όταν ακούσαμε τον Όσκαρ να γαυγίζει μέσα στα βάτα.
- «Τί έπαθε ο Όσκαρ?» ρώτησα τον αδελφό μου.
- «Κάτι βρήκε. Πάμε να δούμε.»
  Πλησιάσαμε και τον είδαμε να έχει στο στόμα του ένα κουνέλι και να το τινάζει. Θα το βρήκε μέσα στην κουνελότρυπα που χώθηκε πριν πεθάνει.
- «Στο είπα ότι το χτύπησα!» είπα. «Εδώ Όσκαρ! Φέρ’το εδώ!»
- «Δε θα μας το δώσει. Πρέπει να του το πάρουμε.»
  Τον κυνηγήσαμε, τον παρακαλέσαμε, τίποτα. Τελικά τον δελεάσαμε με σοκολάτα και του το πήραμε! Το πρώτο μου κουνέλι με το Sirocco ήταν στα χέρια μου σαλιωμένο και μασουλημένο από τον άσπονδο φίλο μου που καταβρόχθιζε το τελευταίο κομμάτι Galaxy. Τουλάχιστον θα έβλεπα που το χτύπησα. Κοίταξα ανάμεσα στα μάτια και είδα την πύλη εισόδου λίγο πάνω από το αριστερό μάτι. Μου είχε φύγει λίγο δεξιά. Όχι άσχημα για βολή στα 40 μέτρα όρθιος! Το βάλαμε πάνω σε ένα δέντρο να μην το πάρει ξανά. Θα το έτρωγε αλλά αργότερα.
  Χώθηκα με το φακό και ένα φτυαράκι μέσα στην τρύπα. Είδα το καπάκι ένα μέτρο δεξιά. Είπα στον αδελφό μου να με τραβήξει έξω και ξαναχώθηκα μέσα με ένα κλαδάκι. Έπιασα το καπάκι και με τράβηξε έξω. Όλα καλά!
  Ήμουνα άυπνος, βρεγμένος, παγωμένος, μέσα στο χώμα. Είχα κοντά μου τον αδελφό μου που χαμογελούσε, τον άσπονδο φίλο μου που με έβλεπε σαν παιχνίδι, μερικά νεκρά ζώα και ένα όπλο. Ποιός να είναι ο ορισμός της ευτυχίας? Εγώ ήμουν πάντως ευτυχισμένος! Εκείνο το παγωμένο πρωινό μπροστά στην ξεχειλωμένη κουνελότρυπα το ένιωσα. Είμαι σίγουρος. Από τότε έχουν ακολουηθήσει πολλά κυνήγια. Τα πενήντα στρέματα γίναν χιλιάδες. Τα όπλα γίναν πιό δυνατά, τα ζώα μεγάλωσαν και απέκτησαν κέρατα ή μεγάλα δόντια. Αλλά, αν με ρωτήσετε, εγώ θέλω να κάτσω πάλι σε κείνο το παγωμένο σκαμνί παρέα με το γυαλιστερό Sirocco και να σκουπίζω τη βροχή, έστω και χωρίς νόημα. Δε γίνεται όμως, από ότι έμαθα ο Ρίτσαρντ το πούλησε.

Συνεχιζεται....

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Το Ελαφι που Γαυγιζει...

Τρεις και εικοσι ελεγε το ξυπνητηρι...Ο οξυς του ηχος με εκανε να πεταχτω απο το κρεβατι, ψαχουλευοντας το κομοδινο για να το κλεισω γρηγορα πριν ξυπνησει την γυναικα μου. 'Να βρασω και τα κυνηγια και το κρυο και τα παντα...' σκεφτηκα μεσα μου, γυρνωντας πλευρα και νοιωθοντας την ζεστη του κρεβατιου, την αγαπημενη αισθηση της γυναικας μου διπλα μου. Αλλα, το οπλο στο χωλ, τα ρουχα που ειχα αφησει παρατεταγμενα, το δισακι μου και το κιβωτιο για τη μεταφορα του θηραματος, το κολατσιο στο ψυγειο, μα πανω απ'ολα η 'αρρωστια' του κυνηγιου, δεν μ'αφησε να αγνοησω το ακαρδο καλεσμα απο το ξυπνητηρι. Με αργες κινησεις, βγηκα απο το κρεβατι και, αφου ντυθηκα στο σκοταδι, κατεβηκα στην κουζινα. Εφτιαξα δυο φλασκια καφε, ελεγξα οτι εχω ολα τα απαραιτητα, τα φορτωσα στο αμαξι, χαϊδεψα τα κουταβια μου που κοιμοταν αγκαλια στο κρεββατι τους, και, πινοντας μια τελευταια γουλια καφε, εκλεισα το φως και ξεκινησα για την μιαμιση ωρα ταξιδι που θα με εφερνε στο δασος.

Η εξορμηση αυτη ειχε διοργανωθει απο τον καρδιακο μου φιλο, τον Γκαρεθ (επισης γνωστο και ως 'Μορφονιο'!). Παθιασμενος κυνηγος ελαφιων, με πολυ καλη φημη στην Μ. Βρεττανια για το ηθος και την αποτελεσματικοτητα του, ηταν η φυσικη επιλογη της Εταιριας που εχει το δασος οπου θα κυνηγουσαμε. Καθε χρονο γινονται εξορμησεις απο το Νοεμβριο μεχρι τον Μαρτιο για τον ελεγχο των ζαρκαδιων και των περιεργων ελαφιων muntjac (Muntiacus Reevesi). Tα ελαφια αυτα εισηχθησαν στην Αγγλια τον προηγουμενο αιωνα και, μετα απο αποδραση τους απο το παρκο οπου ζουσαν, εχουν εξαπλωθει με ραγδαιους ρυθμους στις περισσοτερες περιοχες της Αγγλιας αλλα και της Σκωτιας. Ενα μικρο ελαφι, 50εκ υψους και 90εκ μακρους, που φτανει μεχρι και τα 15 κιλα.

Photobucket

Δεν εχει συγκεκριμενες περιοδους αναπαραγωγης, και το θυληκο ειναι πιθανο να εχει μικρα ή να ειναι εγγυος ολο το χρονο. Ζει μες τα πυκνα, τρεφομενο με βατα, χορτα και μικρα δεντρα. Εαν μεινει ο πληθυσμος του ανεξελεγκτος ειναι ικανο να κανει εκτεταμενες ζημιες σε δεντρα, καθως μπορει και τρεφεται και απο τον φλοιο τους. Τα ελαφια αυτα επικοινωνουν το ενα με το αλλο με ενα χαρακτηριστικο ηχο που μοιαζει με γαυγισμα και ετσι πολλοι τα λενε 'τα ελαφια που γαυγιζουν'.

Το δασος που ειχαμε να κυνηγησουμε ειναι καπου 400 στρεμματα και αποτελει καταφυγιο πεταλουδων της περιοχης, συνεπως ειναι σημαντικης αξιας για την πανιδα και χλωριδα της Αγγλιας. Ετσι, για να διατηρηθει ο χαρακτηρας του, γινονται συνεχεια δασοπονικες δουλειες και, καθε Νοεμβρη με Μαρτη, ελεγχος του αριθμου των ελαφιων ωστε να μην 'ξεπατωσουν' τα δεντρα και θαμνους.

Ο αυτοκινητοδρομος στις 4 η ωρα το πρωι ηταν σχεδον αδειος. Αφου ξεπαγωσα το αυτοκινητο, εβαλα το GPS με τις συντεταγμενες του δασους και ξεκινησα να διανυσω τα 140 χιλιομετρα που χωριζαν το σπιτι μου απο το δασος. Θα συναντουσα τον Γκαρεθ και αλλους 3 κυνηγους στο παρκινγκ μιας εκκλησιας καπου ενα χιλιομετρο μακρια απο το δασος, απ'οπου θα ξεκινουσαμε για το κυνηγι. Μιας και το δασος ειναι ανοιχτο για το κοινο, το κυνηγι γινεται απο υπερυψωμενες θεσεις, καρεκλες που ειναι στο τελος μιας σκαλας. Οι κυνηγοι καθονται σε αυτες τις θεσεις, εποπτευοντας την περιοχη μπροστα τους, με την ελπιδα οτι καποιο ελαφι θα περασει.

Λες και ηταν στρατιωτικη επιχειρηση, φτασαμε ολοι στο παρκινγκ την ιδια ωρα. Βγηκαμε απο τα αυτοκινητα μες το σκοταδι, χαιρετηθηκαμε, και αρχισαμε να εξοπλιζομαστε για την πορεια προς το δασος. Στις 5.30 το πρωι, ηταν ακομα νυχτα, και ο σκοπος μας ηταν να ειμαστε στις θεσεις μας πριν την αυγη, καθως τοτε ειναι που τα ελαφια ακομα κινουνται και εχουμε τις μεγαλυτερες πιθανοτητες να τα πετυχουμε. Η θερμοκρασια ηταν 3 βαθμοι κελσιου, ο ουρανος συννεφιασμενος και ενα ελαφρο αερακι φυσαγε απο τα βορειοδυτικα...'Θα ξεπαγιασουμε παλι...' σκεφτηκα, καθως εβαζα στην τσεπη του μπουφαν μου το δευτερο ζευγαρι γαντια. Παρ'ολη την συνεπομενη ταλαιπωρια, ημουν ιδιαιτερα αισιοδοξος για το σημερινο κυνηγι. Ειχα παρει μαζι μου το αγαπημενο μου Sako75 Hunter σε 6.5x55SE διαμμετρημα, που, σαν ναζιαρα γυναικα με εχει ταλαιπωρησει εδω και ενα χρονο.

Photobucket

Του αλλαξα καννη, εξελιξα καινουρια φορτια, περασα μερες στο σκοπευτηριο μαθαινοντας και μελετωντας την συμπεριφορα του και τωρα ηθελα να μου δοθει η ευκαιρια να το δοκιμασω σε 'κυνηγετικες συνθηκες'. Αλλα, και η ευκαιρια να κυνηγησω Muntjac, ηταν αλλος ενας λογος που ειχα ενθουσιαστει. Οχι οτι αμα επαιρνα κανενα ζαρκαδι θα με πειραζε, αλλα ο καθε κυνηγος θελει να βαλει αλλο ενα ειδος θηραματος στο βιβλιο του....

Διασχισαμε τα λασπωμενα χωραφια και τα λειβαδια, σιωπηλοι, επικοινωνοντας ο ενας με τον αλλο ψιθυριστα, περιοριζοντας το θορυβο κατα την προσεγγιση μας στο δασος. 300 μετρα πριν την εισοδο, ο Γκαρεθ μας μαζεψε γυρω του και εξηγησε τις θεσεις που θα παρει ο καθενας. Οταν φτασαμε στην εισοδο, πηρε ο καθενας μας ενα μονοπατι και, με τους φακους στο κεφαλι, ψαχναμε να βρουμε τα δεντρα με τις θεσεις επανω τους. Η δικη μου ηταν καπου 250 μετρα απο την εισοδο, δεμενη πανω σε μια μελια, επιβλεποντας μια περιοχη καπου 40 στρεμματα μπροστα μου και ενα μικρο δασακι πισω μου. Εβγαλα το σακιδιο, γεμισα το οπλο και, με προσοχη και ησυχια, ανεβηκα μες το σκοταδι στην καρεκλα. Κοιταξα γυρω μου, προσπαθωντας να διαπερασω το σκοταδι, να καταλαβω την περιοχη. Δεν φαινοταν τιποτα παρα οι κορφες των δεντρων καπου 100 μετρα μακρια που ξεχωριζαν απο τον ουρανο που ειχε αρχισει να αχνοφεγγει. Εβαλα τα κυαλια στα ματια, αλλα και παλι, παρ'ολη την ικανοτητα τους να μαζευουν το φως, δεν εβλεπα τιποτα.

Photobucket Παραιτηθηκα απο τις ματαιες προσπαθειες, και χαλαρωσα στην καρεκλα, προσπαθωντας να ζεσταθω και να βρω την καλυτερη θεση για το οπλο, περιμενοντας την αυγη. Οι καργιες και οι κουρουνες ειχαν ηδη ξυπνησει και ενας χαλασμος απο τα κακοφωνα καλεσματα τους ακουγοταν απο μια συσταδα ψηλων κωνοφορων καπου 400 μετρα μακρια. Λες και ειχαν ολες συνενοηθει, σηκωθηκαν απο την κουρνια τους και, κραζοντας αδιακοπα, περασαν πανω απο τη θεση που ημουν εγω, ξεσηκωνοντας τον τοπο, πετωντας προς τα ανατολικα, στην αναζητηση του φαγητου τους. Σαν να ειχε κλεισει ενα διακοπτη καποιος και επεσε το δασος στην σιωπη παλι. Μια γκριζα ανταυγεια ειχε αρχισει να φαινεται στον ουρανο, αχνοφωτιζοντας το δασος, γεμιζοντας το περιεργα σχηματα και την ψευδαισθηση κινησης. Εβαλα ξανα τα κυαλια στα ματια, αλλα μολις μπορουσα να διακρινω μερικα κλαδια λιγα μετρα μπροστα μου...

Απο τα δεξια μου ακουστηκε ενας παραξενος ηχος. Σαν βηχας, σαν γαυγισμα...5-6 φορες, και μετα τιποτα. 'Να'το πρωτο...' σκεφτηκα. Μαλλον ενα αρσενικο muntjac που δηλωνε την 'περιοχη' του, προσκαλωντας τα θυληκα και προειδοποιωντας τα αρσενικα. Απο τα αριστερα, απομακρα, ακουστηκε ενας παρομοιος ηχος...Τουλαχιστον ειμασταν σιγουροι οτι υπηρχαν ελαφια στο δασος! Η ωρα περνουσε αργα, λες και δεν θα ξημερωνε ποτε. Αλλα, 10-15 λεπτα αργοτερα, το φως ειχε αυξηθει, και μπορουσα τωρα με γυμνο ματι να διακρινω μερικα δεντρα 60-70 μετρα μακρια. Ημουν στο οριο ενος δασυλλιου, και η περιοχη που επεβλεπα ηταν ενα μικρο λιβαδι, καπου 10-15 στρεμματα, μπροστα μου, ενω στα αριστερα μου ηταν μια περιοχη οπου οι δασοπονοι ειχαν καθαρισει ενα σωρο θαμνους και μικρα δεντρα, ντανιαζοντας τα ετοιμα για καψιμο. 'Καλο ειναι το μερος...' σκεφτηκα και εβαλα τα κυαλια στα ματια μου, κοιτωντας γυρω γυρω. Το φως επετρεπε, μες απ'τα κυαλια, να διακρινω σχηματα μεχρι 200 μετρα μακρια, και προσπαθουσα να καταλαβω αν κατι ηταν κουτσουρο ή ελαφι...

Οπως κοιταγα, ειδα ενα περιεργο κλαδι, σ'ενα ανοιγμα απο μια συσταδα φουντουκιες και σημυδες καπου 100 μετρα μακρια. Μερικοι θαμνοι μπροστα απο αυτο το ανοιγμα δεν αφηναν καθαρη εικονα, και ετσι, επεμενα στην παρατηρηση μου. Τα ματια μου εστιασμενα σ'εκεινο το σημειο, με το αχνο φως της αυγης να κανει τα πραγματα ακομα πιο δυσκολα, προσπαθουσαν να διακρινουν ενα σχημα...Ξαφνικα, τα 'κλαδια' κινηθηκαν, και στο ανοιγμα φανηκε ενα ζαρκαδι! Αυτο που νομιζα κλαδια ηταν τα μπροστινα του ποδια. Φαινοταν να βοσκαει τα φυλλα απο τις φουντουκιες, και να το απολαμβανει, καθως του επαιρνε πολυ ωρα να κινηθει απο το ενα σημειο στο αλλο.

Αυτο που απεμενε τωρα ηταν να διαπιστωσω αν ηταν αρσενικο ή θυληκο. Μετα την 31η Οκτωμβριου τα αρσενικα ζευγαρια δεν ειναι στη λιστα και ετσι δεν ηθελα να κανω κανενα λαθος. Τα φυλλα των θαμνων εκρυβαν το κεφαλι του και η αποσταση, μαζι με το λιγοστο φως, εκαναν την αναγνωριση του ζωου, που τωρα καθοταν στην ιδανικη θεση για βολη, με το σωμα του τοποθετημενο καθετα με εμενα, δυσκολη. Οσο και να προσπαθουσα δεν μπορουσα να καταλαβω αν ηταν αρσενικο ή θυληκο. Εβαλα το αποστασιομετρο και πηρα μια ενδειξη, διαπιστωνοντας οτι ηταν μακρυτερα απ'οτι περιμενα: 168 μετρα...Δυσκολη βολη ακομα και με ιδανικες συνθηκες, και ετσι προσπαθησα να καταβαλω τον ενθουσιασμο μου, καθως δεν ηθελα να καταληξω με ενα τραυματισμενο ζωο και, ακομα χειροτερα, ενα ζωο που δεν ημουν σιγουρος οτι ηταν νομιμο να τουφεκισω...Το ζαρκαδι παρεμεινε στο ιδιο σημειο για 5 λεπτα, σχεδον ακινητο, σαν να με ταλανιζε...Στο τελος, εκανε μια στροφη 90 μοιρων και εξαφανιστηκε νωχελικα πισω απο τους θαμνους....

Photobucket

'Γαμωτο...!' ειπα μεσα μου...Ειχα σχεδιασει την τουφεκια μες το μυαλο μου, ειχα την εικονα του στη διοπτρα και το εβλεπα κιολας πεσμενο εκει που ηταν μετα την τουφεκια μου, αλλα...ειχε αλλα σχεδια. Τελος παντων, τουλαχιστον ειδα ενα, οποτε δεν παει χαμενη η μερα. Η ωρα περασε, τα χερια μου ηταν καταπαγωμενα και το αορατο ελαφι στα αριστερα μου συνεχιζε το γαυγισμα...Η αυγη ειχε ερθει τωρα και εβλεπα γυρω μου καλα. Ενας σκιουρος κατεβηκε απο ενα δεντρο στα δεξια μου και εψαχνε το εδαφος εδω και εκει, με γρηγορες κινησεις, τρεχοντας απο το ενα μερος στο αλλο. Τον χαζευα μεχρι που εξαφανιστηκε σε κατι ψηλα χορτα στη ριζα του δεντρου που ημουν, τα οποια καταλαμβαναν μια εκταση καπου μισο στρεμμα προς τα αριστερα. Ξαφνικα, ακουσα ενα θορυβο μες τα χορτα, τα ειδα να κινουνται βιαια, και 2 ελαφια muntjac να βγαινουν τρεχοντας απο τα χορτα και να εξαφανιζονται μες το δασυλλιο πισω μου! Τα ατιμα! πρεπει να ηταν εκει απο το βραδυ, και ο σκιουρος πρεπει να τα τρομαξε...

Οι ελπιδες μου αναζωογονηθηκαν! Εχοντας δει ηδη 3 ελαφια με το πρωτο φως σημαινει οτι η πυκνοτητα των ελαφιων στο δασος ειναι μεγαλη και ετσι η πιθανοτητα να δω καποιο που θα μου επιτρεψει την τουφεκια επισης καλη! Ανακαθησα στη καρεκλα και φυσηξα μες τα χερια μου, προσπαθωντας να τα ζεστανω, κοιτωντας ταυτοχρονα δεξια και αριστερα μπας και εντοπισω καμια κινηση. Εβγαλα το τηλεφωνο απο την τσεπη και ειδα την ωρα...7.45...Αλλη μιαμιση ωρα πριν τελειωσει το πρωινο κυνηγι. Η μερα ξημερωσε συννεφιασμενη, με σταγονες βροχης να πεφτουν αραια. Το δασος ηταν τελειως ησυχο με την εξαιρεση τα διαδοχικα γαυγισματα των δυο ελαφιων. Ειχα εστιασει την προσοχη μου σε ενα μερος του δασους στα δεξια μου για αρκετη ωρα, οταν αποφασισα να κοιταξω και προς τα αριστερα.

Εκει που ειχαν οι δασοπονοι ξεκαθαρισει το δασος, αναμεσα στα σπασμενα κλαδια, τα φυλλα και τους κορμους των δεντρων, ειδα ενα σχημα που δεν το θυμομουν να ηταν εκει νωριτερα. Εβαλα τα κυαλια, και ανακαθησα ξαφνιασμενος στην καρεκλα: ελαφι! Ενα μικροσωμο θυληκο muntjac εβοσκε, προσωπο με μενα, δινοντας μου ενα πολυ μικρο στοχο. Η αποσταση ηταν γυρω στα 120 μετρα και οι μερες που ειχα περασει στο σκοπευτηριο ξαφνικα εγιναν ανεκτιμητες...Ενα χαρακτηριστικο των muntjac ειναι οτι δεν καθονται στο ιδιο σημειο για πολυ ωρα, κινουνται απο εδω και απο εκει συνεχεια, κανοντας την βολη ιδιαιτερα απαιτητικη. Με την ανησυχια του οτι θα χασω την ευκαιρια, εφερα το οπλο στον ωμο, βρηκα το ελαφι στη διοπτρα (το οποιο ακομα ειχε το κεφαλι κατω και απολαμβανε αυτο που ειχε βρει) και οταν ο νηματοσταυρος σταθηκε στη μεση της μπαλας που ηταν το σωμα του, πιεσα την σκανδαλη. Το ελαφι παρεμεινε στην ιδια θεση για μερικα δευτερολεπτα, οταν σηκωσε το κεφαλι, κοιταξε μια αριστερα, μια δεξια και αρχισε να καλπαζει προς μια συσταδα θαμνων, οπου το εχασα.

Δεν πιστευα την βλακεια μου...Παρ'ολο που ημουν ικανοποιημενος οτι η βολη εγινε σωστα, δεν μπορουσα να καταλαβω τον λογο για την αστοχια μου...Aπογοητευμενος, καθισα στην καρεκλα και συνεχισα να κοιταω γυρω γυρω. Θυμηθηκα τα δυο ελαφια που εξαφανιστηκαν πισω μου νωριτερα το πρωι, και γυρισα το κεφαλι να δω αν κινειται τιποτα πισω μου. Και εκει το ειδα! Ενα μικρο αρσενικο περπατουσε αναμεσα στα δεντρα 70-80 μετρα μακρια, σταματωντας εδω και εκει να παρει ενα φυλαρακι. Για να κανω την τουφεκια επρεπε να σηκωθω απο την καρεκλα, να κανω μεταβολη πανω στα σκαλια και να ακουμπησω το οπλο στον κορμο του δεντρου που ηταν δεμενη η καρεκλα. Με ηρεμες κινησεις, ηρθα στην καταλληλη θεση, εβαλα τον σταυρο πισω απο το αριστερο του ποδι, και πυροβολησα.

Photobucket

Ταυτοχρονα με την εκπυρσοκροτηση σχεδον, ειδα το ελαφι να σωριαζεται στο χωμα και να μενει ακινητο! 'Ευτυχως!' σκεφτηκα μεσα μου 'θα'χουν ακουσει οι αλλοι τις τουφεκιες και θα αναρρωτιουνται τι εκανα. Τουλαχιστον εχω ενα ελαφι τωρα να τους δειξω!'. Η ωρα ειχε παει 9.10, οποτε μετα απο 10 λεπτα, κατεβηκα απο την καρεκλα, αφησα το οπλο στον κορμο του δεντρου και πηγα να παρω το ελαφι. Ανυπομονουσα να το δω απο κοντα, και θυμηθηκα οτι εχω παρει μαζι μου το μαχαιρι μου απο τον Αlan Wood, οποτε θα ειχα την ευκαιρια να το χρησιμοποιησω, κανοντας ακομα μια πρακτικη για τα διαγωνισματα που εχω να περασω για την τελικη αδεια κυνηγου ελαφιων. Το εφερα εκει που ειχα τα πραγματα μου και αφου το ξεκοιλιασα, το περιεργαστηκα για τυχον ασθενειες, και μαζεψα το αιμα σε ενα μπουκαλακι για να το εχω για εκπαιδευση των σκυλιων μου, το φορτωσα και αρχισα την πορεια προς την εισοδο του δασους οπου ηταν το ραντεβου με τους αλλους. Δεν ειχα κανει 5 βηματα οταν ακουσα μια τουφεκια απο το μερος που ηταν ο Γκαρεθ. Εφτασα στην πυλη μετα απο 2-3 λεπτα, οπου ο Νορμαν και ο Τζον περιμεναν ηδη.


- ποιος τουφεκαγε? τους ρωτησα

- Ο Γκαρεθ. Εχει ενα ελαφι που το ξεκοιλιαζει εδω παρακατω. Τι εκανες εσυ?

- Αστοχησα σε ενα και πηρα ενα αλλο. Ειδατε τιποτα εσεις?'

- Ειδα τρια ζαρκαδια, αλλα δεν μπορεσα να τα ξεχωρισω αν ηταν αρσενικα ή θυληκα και ετσι δεν εριξα, απαντησε ο Τζον. Ο Νορμαν δεν ειδε τιποτα...

Ενω καναμε αυτη την κουβεντα, ηρθε και ο αλλος Τζον.

-εσυ τουφεκισες δυο φορες? με ρωτησε γελαστος

- ναι...πηρα ενα

- ακουστηκε σαν να χτυπησες και το αλλο. Εισαι σιγουρος?

- Δεν αντεδρασε καθολου στην τουφεκια, μαλιστα, συνεχισε να βοσκαει, και εφυγε μετα απο 3-4 δευτερολεπτα απ'την ωρα που το τουφεκισα. Ειμαι σιγουρος οτι αστοχησα.

- μμμμ...Ειμαι σιγουρος οτι ακουσα τη σφαιρα να χτυπαει στο στοχο....Θα παω στο αμαξι να φερω το σκυλι, καλυτερα να ειμαστε σιγουροι.

Και με τα λογια αυτα, ξεκινησε για το παρκινγκ.

Ο Γκαρεθ εφτασε 2-3 λεπτα αργοτερα, με ενα θυληκο muntjac να κρεμεται απο τον ωμο του.

- Που ειναι το δικο σου? με ρωτησε

- Μες το σακο, του απαντησα. Ειδα 5 ελαφια σημερα το πρωι, εχει πραμα!

- Με το αλλο τι εγινε? εσυ δεν εριξες δυο τουφεκιες?

- Εγω ειμαι σιγουρος οτι αστοχησα στην πρωτη, αλλα ο Τζον ακουσε την σφαιρα να χτυπαει. Παει να φερει το σκυλι για να δουμε αν εχει ιχνη.

- Θα τον περιμενω να παμε μαζι, μου απαντησε.


Ο Τζον και ο Νορμαν ξεκινησαν για το παρκινγκ, ενω εγω και ο Γκαρεθ πηγαμε πισω εκει που εκανα την τουφεκια να δουμε αν υπαρχουν ιχνη απο τραυματισμο. Ψαξαμε απ'εδω, κοιταξαμε απο εκει, δεν βρηκαμε τιποτα...

- Αστοχησα σου λεω...Μαλλον θα βρηκε η σφαιρα κανενα κλαδακι που δεν το εβλεπα και πηγε κατα διαολου.


- Ασε να βαλουμε και το σκυλι, δεν ξερεις. Το τελευταιο που μας χρειαζεται ειναι να βρεθει κανενας 'οικολογος' με ενα τραυματισμενο ελαφι και να μας λενε μετα οτι αφηνουμε ελαφια τραυματισμενα.

Ο Τζον εφτασε μετα απο 10 λεπτα με την Χαϊντι, ενα Bavarian Mountain hound 6 ετων. Πηγαμε στο σημειο που εριξα στο ελαφι και αμεσως η Χαϊντι πηρε το ντορο, ακολουθωντας μια πορεια γυρω απο την ντανα με τα ξυλα και μεσα σε κατι θαμνους και απ'εκει προς το δασος. Αφου ακολουθησαμε τον ντορο για 600 μετρα, και παιρνοντας υποψη την αντιδραση απο το σκυλι, ικανοποιηθηκαμε οτι πραγματικα ειχα αστοχησει, και ξεκινησαμε για τα αυτοκινητα.

Φαγαμε το κολατσιο μας, ηπιαμε καφεδες και ανταλλαξαμε κυνηγετικες ιστοριες και περιστατικα, ενω ο Νορμαν μας εκανε διαλεξη για την εξελιξη των κερατων των ελαφιων και τις διαφορες μεταξυ ειδων καθως και τα σημεια ασθενειων που μπορει να μην τα καταλαβουμε απο την πρωτη. Καθως ειναι κτηνιατρος εδω και 45 χρονια, με πολλα χρονια ως κυνηγος στην Αφρικη, ειναι ενας θησαυρος πληροφοριων αλλα και ιστοριων, και ετσι ακουσαμε τις αφηγησεις του με ενδιαφερον και κεφι, πειραζοντας τον και βομβαρδιζοντας τον με ερωτησεις.

Η ωρα περασε ευχαριστα και, κατα τις 2.30 το μεσημερι ξαναξεκινησαμε για το δασος. Επαναλαβαμε την ιδια διαδικασια, αλλαζοντας τις θεσεις μας τωρα για να αλλαξει λιγο το σκηνικο, και καθησαμε μεχρι να σκοτεινιασει. Αυτη τη φορα δεν ειδα τιποτα, και ο μονος που καταφερε κατι ηταν ο Γκαρεθ που παλι πηρε αλλο ενα muntjac. Γυρισαμε στα αυτοκινητα μες το σκοταδι παλι, αλλαξαμε απο τα ρουχα μας και τα λασπωμενα παπουτσια και χαιρετηθηκαμε, φευγοντας ο καθενας για τον προορισμο μας, και ανανεωνοντας το ραντεβου για τις 28 Νοεμβριου! Αλλες δυο βδομαδες και θα ξαναπαω!!

YΓ: Αυτο που μου εκανε, για αλλη μια φορα, τρομερη εντυπωση ηταν η συνεση, το μερακι και η γνωση των φιλων μου συγκυνηγων. Οπως ειδατε απο την διηγηση τιποτα δεν αφεθηκε στην τυχη οσον αφορουσε την τουφεκια που αστοχησε, και οι κυνηγοι ηρθαν εξοπλισμενοι στο επακρο των δυνατοτητων τους για το κυνηγι της ημερας. Ειχαμε στη διαθεση μας 4 σκυλια (ενα του Τζον και 3 του Νορμαν), καθως και τα χρονια εμπειριας τους. Ο δε Νορμαν κρατησε το κεφαλι απο το ελαφι που βαρεσα εγω (καθως ηταν ενα νεαρο αρσενικο) γιατι ηθελε να μελετησει στο κτηνιατρειο του τα κερατα του, οσο μικρα και να ηταν αυτα, και να κανει σημειωσεις για την εξελιξη τους στην ηλικια αυτη...Ανθρωποι και κυνηγοι που εμπνεουν εμπιστοσυνη και ειναι τιμη μου να κυνηγαω μαζι τους...

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Με τον Πατερα μου...για Φασσες!

Πως τα φερνει ο καιρος...Πριν απο 5 μηνες οι γονεις μου αποφασισαν να ερθουν να μας επισκευτουν στην Αγγλια. Εχουν περασει 3 χρονια απο τοτε που ηρθαν τελευταια φορα, και δεν εχουν δει τις αλλαγες που καναμε στο σπιτι, ή τα καινουρια μου κουταβια. Ακομα θυμοντουσαν τον αγαπημενο μου Οσκαρ και τις ζαβολιες του...

Ετσι, στα τελη του Ιουλιου, κατευθασαν για μια δεκαπενθημερη επισκεψη. Τους παρελαβα απο το αεροδρομιο και τους εφερα στο σπιτι, γνωριζοντας τους στα σκυλια και δειχνοντας τους το τζακι και κατι αλλες αλλαγες που ειχαν γινει στο σπιτι απο την τελευταια τους επισκεψη. Οι επομενες μερες περασαν με βολτες, επισκεψεις σε πανηγυρια και τα σχετικα, ωστε να περασει ο χρονος τους εδω ευχαριστα και με εντυπωσεις που δεν ειχαν ξαναβιωσει. Μεχρι την προηγουμενη Τριτη...

Η μερα ξεκινησε με σχεδια να παμε για ψωνια σε ενα μεγαλο εμπορικο κεντρο καπου μια ωρα απο το σπιτι. Αλλα, το πρωτο τηλεφωνημα της ημερας ηταν απο την εξαιρετη κυρια που φροντιζε, εδω και δυομιση χρονια, το αλογο της γυναικας μου...

'Δεν παει καλα ο Τζασπερ...Σημερα το πρωι, δεν καταφερε καν να σηκωθει απο το κρεβατι, με το ζορι μπορεσε να φαει...' ηταν οι κουβεντες της στην γυναικα μου. Η γυναικα μου το λατρευε αυτο το αλογο, ηταν ο πρωτος της συντροφος στο κυνηγι, με αυτον εζησε ολες τις συγκινησεις της ιππασιας και μαζι της και εγω...Καταλαβαμε ομως οτι ηρθε η ωρα του...Στα 18 του χρονια, οι αρθρωσεις του ειχαν πια παραδωσει το πνευμα, κανοντας καθε του βημα επωδυνο, τα φαρμακα πια δεν ειχαν καμια δραση, η μονη λυση που ειχαμε ηταν η ευθανασια...Η γυναικα μου ηταν φανερα αναστατωμενη, επαιρνε τηλεφωνα δεξια και αριστερα να κανονισει τα διαδικαστικα...

Εγω, η μητερα και ο πατερας μου, ειμασταν απλως θεατες. Προσφερθηκα να αναλαβω την διαδικασια, αλλα η γυναικα μου ηθελε να ειναι αυτη που θα τον αποχαιρετουσε, και ετσι πηρα την πισω θεση. Διστακτικα, πηρα τους γονεις μου στο αυτοκινητο και ξεκινησαμε για το ταξιδι στο εμπορικο κεντρο.

Δεν ειχαμε κανει 10 λεπτα διαδρομη, ο δρομος κλειστος λογω εργων...σαν την διαθεση μας...
'Παμε πισω' ειπε η μανα μου, 'δεν θελει σημερα να παμε...'
'Μαλλον δικιο εχεις μανα, παμε σπιτι...Χαλασε η διαθεση με τα πρωινα ετσι και αλλιως, ασε, παμε αυριο για ψωνια...'

Με τη διαθεση βαρια, γυρισαμε σπιτι. Η μερα ηταν ζεστη, με λιγο αερα, αραιη συννεφια...Στο μυαλο μου ηταν η δοκιμασια που περναγε η γυναικα μου αλλα και το πως να κανω την μερα λιγο πιο ξενοιαστη. Και τοτε θυμηθηκα το αλλο τηλεφωνημα, του φιλου μου του αγροτη...

Μου ηρθε μια ιδεα:
'Πατερα, δεν παμε για καμια φασσα εμεις? Δεν εχεις ξαναπαει, εχει χαβαλε. Παμε, να ειμαστε εξω στα χωραφια τουλαχιστον να ξεσκασουμε λιγο. Ετσι και αλλιως δεν προσφερουμε τιποτα εδω.'

'Παμε' μου απαντησε ο πατερας μου, αν και καταλαβα οτι μαλλον το εκανε να μου κανει εμενα το χατηρι, παρα να παει για κυνηγι. Δεν ειναι κυνηγος και δεν εχει και κανενα ιδιαιτερο ενδιαφερον στα οπλα (την 'αρρωστια' μας την κολλησε ο μπαρμπας μου, αλλα αυτο ειναι αλλη ιστορια...), αλλα ειπα να τον βγαλω απο το σπιτι, να δει και κατι διαφορετικο. Ασε που μου δινοταν και η ευκαιρια να παω για καμια φασσα ενω ηταν ακομα η καλαμια φρεσκια!

Ετσι, πηγαμε και αλλαξαμε απο τα ρουχα που φορουσαμε, ανταλλασοντας τα για φορμες και καμουφλαζ, και φορτωσαμε το αμαξι με τα συμπραγκαλα που χρειαζομασταν για τις φασσες: φυσσιγγια (300), διχτυα παραλλαγης, στυλους (για την φυλαχτρα), καθισματα, ζεμπιλια (για τα πουλια), ομοιωματα και αλλα 'σεα και μεα' και μετα απο 15 λεπτα ημασταν στο δρομο.

Οι τακτικοι αναγνωστες του μπλογκ ισως αναγνωρισουν το χωραφι, μιας και ημουν εκει παλι περισυ με τις ανηψιες μου και με τον φιλο μου τον Μορφονιο. Ειναι ενα χωραφι καπου 100 στρεμματα, που παντα κραταει πουλια. Ποτε δεν εχω παρει πανω απο 20-25 πουλια εκει, αλλα ειναι 'εγγυηση' το οτι παντα θα εχει αρκετα για να γινει κυνηγι. Το χωραφι αυτο ειναι καπου 10 λεπτα απο το σπιτι μου, το αυτοκινητο μας παει επιτοπου στο σημειο του κυνηγιου, οποτε ειναι ευκολο και γρηγορο κυνηγι. Ο πατερας μου ειναι τωρα 71 χρονων και δεν αντεχει και πολλες-πολλες κακουχιες, οποτε επρεπε να εχω τα παντα υποψη μου, εαν ηταν να το διασκεδασει.

Φτασαμε στο χωραφι και, αφου καναμε ενα γυρω να σηκωσουμε οτι πουλια ηταν εκει, παρκαρα το αμαξι διπλα στον φραχτη και αρχισα να ξεφορτωνω τα πραγματα.

'Τι θες να κανω εγω?' ρωτησε ο πατερας μου, οταν ξεφορτωσαμε.
'Παρε εσυ το αμαξι και πηγαινε το καμια 500ρια μετρα μακρια. Βαλ'το συρριζα με τον τοιχο, και μετα ελα να κανουμε την φυλαχτρα και να σκορπισουμε τα ομοιωματα' του απαντησα. Ηξερα οτι τον παραξενευε το αγγλικο συστημα οδηγησης, με το τιμονι στα δεξια, αλλα και επισης το αμαξι (μιας και δεν ειχε οδηγησει τετρακινητο) και, μιας και μες το χωραφι ηταν ασφαλες για αυτον να οδηγησει, τον εβαλα να κανει το κεφι του.

Οσην ωρα του πηρε να κανει αυτες τις μανουβρες, εγω ειχα βαλει τους στυλους στο χωμα, ειχα τοποθετησει τις καρεκλες και ετοιμαζα τα διχτυα για να φτιαξω την φυλαχτρα, οπου θα κρυβομασταν οι δυο μας.

Photobucket

Εφτασε πισω καθως απλωνα το διχτυ και μου εδωσε ενα χερακι. Μετα του εδωσα 5-6 ομοιωματα και του ειπα που να παει να τα τοποθετησει, ενω εγω πηρα τα υπολοιπα και αρχισα να τα σκορπαω δεξια και αριστερα μπροστα απο την φυλαχτρα. Ο ανεμος ερχοταν ετσι ωστε να μας χτυπαει στην πλατη οταν θα ειμασταν στην φυλαχτρα, οποτε επρεπε να φτιαξω ενα διαδρομο μπροστα μας που θα επετρεπε τις φασσες να προσγειωθουν.
Οταν τελειωσα, αυτη ηταν η αποψη που ειχαμε:

Photobucket

Ικανοποιημενος με την διαταξη των ομοιωματων, καθησα στο σκαμνι διπλα στην καρεκλα που ειχα 'παρκαρει' τον πατερα μου και οπλισα το οπλο. Ειχα παρει μαζι μου το 20αρακι μου (Berreta Silver Pigeon V, 20cal) με φυσσιγγια 6αρια, 24 γραμμαριων με μαλλινη ταπα. Τα τσοκ ηταν 3 αστρα στην κατω και 2 αστρα στην πανω καννη.

Δεν περασαν 3 λεπτα, να'σου ενας κουρατζας να ερχεται απο τα μακρια. Με την σφυριχτρα που κανει σαν κορακας, εριξα τρεις κραυγες και τον ειδα να βαζει γραμμη για την διαταξη των ομοιωματων. Μολις πλησιασε αρκετα, του τραβηξα δυο τουφεκιες και τον ειδα να κατρακυλα σαν πολεμικο αεροπλανο του δευτερου παγκοσμιου που μολις του κοπηκε η μηχανη. Ο θορυβος απο τις τουφεκιες ξεσηκωσε τα πουλια απο το γειτονικο δασακι και, μολις που προλαβα να γεμισω μεχρι να δω μια φασσα να περναει απο πανω μου και να φευγει μαζι με τον αερα. Γρηγορα, σηκωθηκα απο το σκαμνι, και της εριξα ενστικτωδως. Επεσε σαν βρεγμενη πετσετα! 'Ωραια', ειπα μεσα μου, 'θα εχω και μια φυσικη να την βαλω στον προσωμοιωτη'.

'Την ειδες την τουφεκια?', ρωτησα τον πατερα μου αλαφιασμενος.
' Ουτε καταλαβα ποτε προφτασες και την ειδες και την τουφεκισες!', μου απαντησε

Μια δευτερη φασσα περασε και, ενω ηταν μακρια, πηρα θαρρος και της εριξα δυο τουφεκιες αλλα αστοχησα...Δεν πειραζει, εξασκηση, σκεφτηκα, μιας και ηταν η πρωτη μερα στις φασσες απο περισυ τον Σεπτεμβρη. Αφου ικανοποιηθηκα οτι δεν πεταγαν αλλα πουλια, βγηκα απο την φυλαχτρα με τη βεργα στο χερι, πηγα και βρηκα την πεσμενη φασσα και την εστησα ετσι ωστε να φαινεται απο μακρια ωσαν να ετοιμαζεται να προσγειωθει στο κοπαδι.

Photobucket

Αυτο το κολπο βοηθαει πολυ, καθως το πουλι κινειται με τον ανεμο και δινει την εντυπωση στα αλλα, απο μακρια, οτι κατι γινεται και τα ελκυει να ερθουν. Πραγματικα, δεν περασε πολυ ωρα οταν αρχισαν οι φασσες να ερχονται με πιο τακτικο ρυθμο. Μια μια, δυο-δυο, περνουσαν και φαινοντουσαν ενδιαφερομενες στο σχεδιο που ειχα κανει, δινοντας μου την ευκαιρια για συχνες τουφεκιες. Ο πατερας μου ειχε μπει στο νοημα και κοιταζε δεξια-αριστερα να τις εντοπισει καθως ερχονταν και ταυτοχρονα, κρατουσε και απο δυο φυσσιγγια στο χερι για να μου τα δινει οταν εριχνα.

Photobucket

Η ωρα περνουσε ευχαριστα, ο πατερας μου αραχτος στην πολυθρονα με το τσιγαρακι του, εγω με το οπλο, και οι δυο μας να κοιταμε απο που θα ερθουν τα πουλια. Ηταν η πρωτη φορα που το καναμε αυτο μαζι, η πρωτη φορα που εβλεπε ο πατερας μου κυνηγι της φασσας στην Αγγλια (αλλα και πρωτη φορα που εβλεπε και φασσα απο κοντα!), και η ωρα περνουσε ευχαριστα. Αστοχησα σε πουλια που δεν επρεπε, αλλα πηρα και μερικα που ηταν καπως δυσκολα, μαζεψα μερικα και τα εφερα στην φυλαχτρα, ενω αλλα τα εβαλα και αυτα να προσομοιωνουν πουλια σε κοπαδι που εβοσκε. Μετα απο 2 ωρες καταλαβα οτι ειχε βαρεθει ο γερος μου, και ειπα να τα μαζεψουμε. Ειχε παει και 2 η ωρα το μεσημερι και ηξερα οτι θα ηθελε να φαει και να ξαπλωσει, οποτε, αδειασα το οπλο και το εβαλα στην ακρη.

'Δεν παμε να τα μαζεψουμε? Μας εφαγε και ο ηλιος!', του ειπα
'Ελα ντε...Παμε, εχουν κοψει κιολας και βγηκε και ο μεζες.'
'Τραβα φερε εσυ το αυτοκινητο και θα αρχισω εγω να μαζευω τα ομοιωματα και τα αλλα τζατζαλα. Πρεπει να τις μαδησουμε κιολας...' και σηκωθηκα απο το σκαμνι.
Ο πατερας μου αρχισε την ανηφορα για το αμαξι, και εγω ξεκινησα στο χωραφι να μαζευω τα πουλια πρωτα. Προσπαθουσα να θυμηθω την καθε τουφεκια, για να μην ξεχασω κανενα πουλι. Ειχα στο νου μου μια φασσα που τουφεκισα μακρια, και επεσε μες την καλαμια, οποτε πηγα γιαυτην πρωτα. Καθως την πλησιαζα, ειδα τη λευκη ριγα στο λαιμο της και αυτην να καθεται στο χωμα. 'Ωπ..' σκεφτηκα, 'θα με βαλει να τρεχω δαυτη...' και πριν προλαβω να τελειωσω την σκεψη μου, σηκωθηκε και πεταξε λες και δεν την ειχα χτυπησει καν! Να παρει! Και δεν ειναι και πρωτη φορα που μου συμβαινει, επρεπε να ειχα το οπλο μαζι μου. Μαζεψα τις υπολοιπες και γυρισα στην φυλαχτρα. Ο πατερας μου περιμενε διπλα στο αυτοκινητο.

'κατσε να τις παρουμε καμια φωτογραφια!' μου ειπε. Ειχε φερει την φωτογραφικη του μηχανη για να κανει τον καμποσο στους φιλους του.
'θα τις κρεμασω στο στυλο, να ειναι μαζι με το οπλο' του ειπα, 'θα δεις'. Και πηρα αυτη την φωτογραφια (με το τηλεφωνο εγω!)

Photobucket

'Θελω να με παρεις και μενα φωτογραφια με τα πουλια και το οπλο, να κανω πλακα στο Γιαννη. Παει ολο το χειμωνα και φερνει δυο ολη την περιοδο, που να με δει εμενα με τοσες, θα του'ρθει ταμπλας!'

'Και που, δεν πηραμε και πολλες...Κρατα τες τοτε και παρε και το οπλο. Εεεε! δεν ειναι γκλιτσα το τουφεκι, κρατα το σαν κυνηγος, θα σε παρουν χαμπαρι!' τον πειραζα εγω. Με το καμουφλαζ σακκακι και καπελο που του ειχα δωσει, μαζι και τα πουλια αρμαθια καμαρωνε μπροστα στην φυλαχτρα...

Photobucket

Αφου τελειωσαμε με τις φωτογραφιες, του εδειξα πως να μαδαει το στηθος μονο, και τον αφησα στη σκια να τις μαδησει ενω εγω συμμαζευα ολα τα αλλα. Μολις τελειωσα, πηγα και τις μαδησα και εγω και ξεκινησαμε για το σπιτι.

'Θα σου μαγειρεψω και μια για μεσημεριανο', του ειπα
'Σιγα ρε! θα φαμε το βραδυ αμα αρχισουμε να μαγειρευουμε και φασσες!'
' Πεντε λεπτα θα παρει, θα δεις. Μεχρι να πλυνεις εσυ τα χερια σου, θα εχω τελειωσει εγω.'

Και πραγματικα, μεχρι να κοψουν μια σαλατα με τη μανα μου, την ειχα τηγανισει εγω και την ειχα στο πιατο με σαλτσα απο κοκκινο κρασι και βαλσαμικο ξυδι, κομμενη σε φετες. Τους αφησα να φανε και πηγα να συμμαζεψω τα υπολοιπα πουλια και να ξεφορτωσω το αμαξι. Ο τελικος απολογισμος ηταν 13 φασσες, απο τις οποιες μαζεψαμε τις 10. Η αναλογια μου ηταν μια φασσα για καθε 5 τουφεκιες, που σημαινει οτι μου χρειαζεται κι'αλλη εξασκηση....Τωρα με την κριση δεν ειναι να ξοδευουμε φυσσιγγια!

Οι γονεις μου καθησαν αλλες 8 μερες απο τοτε και γυρισαν στην Ελλαδα εχτες. Τωρα, τελειωνω με κατι αλλες μου υποχρεωσεις και με βλεπω απο την Κυριακη και μετα να κανω αρκετη 'εξασκηση'!!!

ΕΕΕΕΕ ρε γλεντια!!!!

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΔΗΣΗ!!!!

Καλημερα σε ολους τους φιλους του μπλογκ! Μολις χτυπησε το τηλεφωνο και ο καλος μου φιλος, ο αγροτης Rob, με πηρε να με ειδοποιησει οτι αρχισαν το θερο! Καπου 3 βδομαδες νωριτερα απ'οτι συνηθως (λογω της ανομβριας και της ζεστης που ειχαμε φετος).
Με ρωτησε αν θελω να παω να τουφεκισω τιποτα φασσες....Το σκεφτηκα λιγακι, αναστεναξα, και του ειπα 'Αν επιμενεις....'!!!
Φυσικα βαλαμε τα γελια παρεα, γιατι ξερει την μανια μου, και του ειπα οτι δεν προλαβαινω αυτη την εβδομαδα λογω δουλειας, και την επομενη ειναι παλι λιγο δυσκολα τα πραγματα, τουλαχιστον μεχρι την Πεμπτη. Μεχρι τοτε, οπως μου εξηγησε ο Rob, θα εχουν θερισει και ενα απο τα αγαπημενα μου χωραφια.
Αντε να δουμε τι μας επιφυλασσει και η φετινη περιοδος του κυνηγιου της φασσας!!!
ΕΕΕΕ ρε γλεντια!

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Ν. Ζηλανδια: Στο Ποταμι!

Την επομενη μερα απο το κυνηγι με τα κουνελια, η Μαριαν ειχε κανονισει να παω για ψαρεμα με ενα φιλο απο το μαγαζι που δουλευε. Ο Τρισταν, παθιασμενος ψαρας και (οχι τοσο παθιασμενος) κυνηγος, θα ηταν ο οδηγος μου για την μερα εκεινη. Ειχαμε γνωριστει την προηγουμενη, οταν πηγα να συστηθω στον Howie, και ειχαμε κανονισει να συναντηθουμε μπροστα στην πανσιον το πρωι της Τεταρτης.

Ετσι, 8.30 το πρωι ηταν εκει, και ξεκινησαμε για τον ποταμο Clutha, που ειναι στο Κεντρικο Οταγκο. Ενας απο τους μεγαλυτερους ποταμους του Νοτιου Νησιου της Ν. Ζηλανδιας, με διασημα σημεια ψαρεματος και μεγαλη ιστορια.

Λογω του οτι οι βροχες ειχαν γεμισει το ποταμι με νερο, ο Τρισταν ειχε επιλεξει την μεθοδο του spinning για το σημερινο ψαρεμα. Ευτυχως δηλαδη, γιατι αν πηγαιναμε για ψαρεμα με μυιγες, θα γελοιοποιουμουν τελειως!

Στο ταξιδι (μας πηρε καπου μιαμιση ωρα να φτασουμε) συζητουσαμε τις λεπτομερειες του ψαρεματος και συγκριναμε εμπειριες απο τα ψαρεματα που ειχαμε κανει ο καθενας. Η δικη μου εμπειρια στο ψαρεμα ειναι περιορισμενη στο ψαρεμα απο βαρκα στην θαλασσα, ειτε με δολωμα ειτε με συρτη. Ο Τρισταν απο την αλλη ειχε κανει τα παντα! Ψαρεμα σε θαλασσα, απο ακτη, βαρκα, με δολωμα, με συρτη, με μυιγα, ψαρεμα σε ποταμι με μυιγα και τεχνητα δολωματα, ψαροντουφεκο... Καταλαβα οτι εχω πολλα να μαθω και ας ημουν 14 χρονια μεγαλυτερος απο τον Τρισταν.

Περασαμε την μικρη κωμοπολη του Lawrence, με τα ορυχεια χρυσου και την πρωτη πολη της Ν. Ζηλανδιας που προσφερει δωρεαν συνδεση με το διαδικτυο σε ολους που μενουν ή περνουν απο εκει...Πολιτισμος....Τελος παντων! 20 λεπτα αργοτερα ο Τρισταν αφησε την ασφαλτο, στη γεφυρα του Βeaumont, και πηρε ενα χωματοδρομο που προχωρουσε παραλληλα με το ποταμι, στους προποδες λοφων. Ηταν η αρχη ενος διασημου μονοπατιου στο Κεντρικο Οταγκο, του Millenium Trail. Δεν το ηξερα τοτε, αλλα θα το γνωριζα ιδιαιτερα καλα στις επομενες ημερες....

Σταματησαμε σε μια γεφυρουλα που μας επετρεπε να δουμε τα νερα ενος μικρου ποταμου που ανοιγε στον Clutha. Τα νερα του σαν αραιο τσαϊ, με λυγαριες και ιτιες στις οχθες του.

Photobucket

Παρ'ολα αυτα ηταν διαυγη και μας επετρεψαν να δουμε μια πεστροφα να κανει κυκλους κατω απο μια ιτια και να 'ανεβαινει' που και που, για να φαει σκουληκακια και εντομα που επεφταν απο την ιτια.

Photobucket

'Την βλεπεις?' με ρωτησε ο Τρισταν.
'Ναι...πως την πιανουν ομως??' του απαντησα
'Δεν εχουμε καμια ελπιδα με αυτην. Σε παιρνουν χαμπαρι με την πρωτη μολις εμφανιστεις στην οχθη και εξαφανιζονται. Η μεθοδος εδω ειναι να τις πλησιασεις υπουλα και να πεταξεις το δολωμα σου μακρια απ'αυτες, φερνοντας το προκλητικα με το μηχανακι του καλαμιου, ωστε να τις προκαλεσεις να του επιτεθουν. Να δουμε πως θα τα καταφερουμε στο ποταμι, ειναι γεματο νερο και αρκετα ορμητικο σημερα, θα ειναι τα ψαρια σκορπια. Πρεπει να βρουμε ησυχες οχθες, οπου το νερο σχεδον λιμναζει. Εκει καθονται οι πεστροφες και εχουμε καποια πιθανοτητα για τσιμπιες.'

Eπιστρεψαμε στο αυτοκινητο και καναμε αλλα 2-3 χιλιομετρα πριν σταματησουμε ξανα.

Photobucket

'Απο εδω θα αρχισουμε το ψαρεμα. Εχει μια καλη οχθη εδω παρακατω και μπορουμε να την περπατησουμε χωρις να μπερδευτουμε.'

Ο Τρισταν ψαρευε την περιοχη εδω και παρα πολλα χρονια, απο παιδι και την ηξερε σαν την παλαμη του. Στην διαδρομη μου ελεγε ιστοριες οπου εμπαινε στις φαρμες στα κλεφτα για να παει σε σημεια του ποταμου που δεν μπορουσε να παει αλλος, και να προσπαθησει για το 'μαγικο', το 'μεγαλο' ψαρι...Ο ενθουσιασμος του ηταν μεταδοτικος, και ειχα αρχισει και εγω να ανυπομονω για το ψαρεμα!

Παρ'ολο που ημουν ντυμενος λες και θα πηγαινα κυνηγι, η αισθηση του καλαμιου με το πολυχρωμο
Rapala στην ακρη της πετονιας, με εκανε να νοιωθω ανυπομονησια να το 'βρεξω' και να νοιωσω το δυνατο τραβηγμα του ψαριου να λυγιζει το καλαμι, τα φρενα να 'τσιριζουν' καθως θα παλευε να ξεφυγει τις σαλαγγιες...

Για την ωρα, επρεπε να προσεχω που παταω, καθως ειμασταν ετοιμοι να πηδηξουμε ενα φραχτη με αγκαθωτο συρμα, για να περπατησουμε μεσα σε ενα χωραφακι, γεματο με κοπριες απο προβατα και αγκαθωτους θαμνους. Η πορεια δυσκολη, με στενα μονοπατια, θαμνους που διαπερνουσαν οτι ρουχο φορουσαμε με τα μακρια, μυτερα αγκαθια τους ή επιαναν τα καλαμια και τις πετονιες που κουβαλουσαμε στα χερια.

Φτασαμε στην οχθη και ο Τρισταν με αφησε σε μια αμμουδια, ενω αυτος προχωρησε λιγο παρακατω, για να ψαρεψει αλλα νερα.

Photobucket

Την ωρα που του πηρε να παει στο δικο του μερος, συναρμολογησα το δικο μου καλαμι, και εριξα μια ματια στον ποταμο. Επιβλητικος, με γαλαζια νερα, ερεε με ταχυτητα μπροστα μου. Βραχοι στη μεση της κοιτης του τον εκαναν να αφριζει και να κανει δινες, ενω οι οχθες ηταν σχετικα ηρεμες με λιγη κινηση.

Photobucket

'Ιδου η Ροδος...' ειπα μεσα μου, και ξεσκαλωσα το ψαρακι απο το μηχανισμο του καλαμιου, απελευθερωσα την πετονια και εριξα το ψαρακι στα νερα του ποταμου, αντιθετα με τη ροη του. Το αφησα να προχωρησει λιγο στο ρεμα και αρχισα να μαζευω την 20αρα πετονια με ρυθμικες περιστροφες της μανιβελας. Το εκανα αυτο καμια 10αρια φορες, ριχνοντας το ψαρακι στις σκιες (εκει μου ειχε πει ο Τρισταν οτι πανε και καθονται οι πεστροφες), αλλα δεν ειχα τυχη.

Eιπα να προχωρησω λιγο παρακατω, και ετσι, μαζεψα την πετονια και τα πραγματα μου, και περπατησα μερικα βηματα παραλληλα με τη ροη του ποταμου. Καμια 60αρια μετρα παρακατω, και ενω κοιτουσα το ποταμι να δω τυχον σημεια απο ψαρια, δυο πεστροφες τιναχτηκαν σχεδον κατω απο τα ποδια μου και, κολυμπωντας με ταχυτητα καθετα στη ροη του ποταμου, χαθηκαν 20 μετρα απο την οχθη!

Χωρις να χασω χρονο, παρατησα την τσαντα μου και εριξα το ψαρακι εκει που τις ειδα να χανονται. Με γρηγορες περιστροφες της μανιβελας στο μηχανακι, εκανα το ψαρακι να γυαλιζει, αλλα οι πρωτες δυο ριξιες δεν ειχαν κανενα αποτελεσμα... Στην τριτη ριξια ομως, η τυχη μου χαμογελασε! Λες και κολλησε σε βραχο το ψαρακι, το καλαμι λυγισε σχεδον στα δυο και το φρενο αρχισε να τσιριζει! Εδωσα δυο 'χτυπους' στο καλαμι να την αγκιστρωσω καλα και αρχισα να την μαζευω. Εσφιξα λιγο το φρενο και γυρνουσα τη μανιβελα σαν τρελος! Προσεχοντας το νερο για να δω που ειναι το ψαρι
ανεβοκατεβαζα το καλαμι στο ρυθμο του μαζεματος της πετονιας, φωναζοντας ταυτοχρονα στον Τρισταν οτι ειχα αγκιστρωσει το ψαρι. Αυτος, παρατησε το καλαμι του στην οχθη και ετρεξε με την αποχη προς το μερος μου, κοιταζοντας και καθοδηγωντας το μαζεμα της πετονιας.

Δεν περασε 1 λεπτο και η πεστροφα αρχισε να φαινεται, 4-5 μετρα απο την οχθη, να ακολουθει την πετονια, κουρασμενη απο την προσπαθεια να ξεφυγει. Την επομενη στιγμη, ηταν μεσα στο διχτυ της αποχης και, ο Τρισταν και εγω, γελωντας την θαυμαζαμε!

' Η τυχη του πρωταρη ξαναδουλεψε μου φαινεται!', ειπα στον Τρισταν και του διηγηθηκα το ιστορικο της ριξιας που την επιασε.

' Ετσι δουλευει το πραγμα, αυτο το ψαρεμα ειναι σαν κυνηγι. Ριχνεις το δολωμα στα ψαρια που εχεις δει! Θες να την κρατησεις, ή θα την ριξουμε παλι μεσα?'
Ηξερα οτι θα πηγαινα για τραπεζι στο σπιτι του φιλου μου του Ντεϊβιντ και οτι και σε αυτον και στη γυναικα μου αρεσει το ψαρι.


'Αν επιτρεπεται να παρουμε τα ψαρια απο το ποταμι, θα ηθελα να την κρατησω...Γινεται?'

' Βεβαια!' μου απαντησε και την κοπανησε στο κεφαλι με ενα γκλοπακι που ειχε στην τσεπη του γιαυτη τη δουλεια.

Photobucket

Ηταν μια ομορφη καφετια πεστροφα, αρσενικη, γυρω στα 2.5 κιλα. Το μεγαλυτερο ψαρι που εχω πιασει μεχρι σημερα, και το πρωτο μου ψαρι σε γλυκο νερο. Οι χρωματισμοι της υπεροχοι, σχεδον ηταν κριμα να το παρουμε το ψαρι απο το νερο.

Photobucket

Μετα τις φωτογραφιες, το καθαρισα, και συνεχισαμε να ψαρευουμε. Πηγαμε σε διαφορετικα σημεια πανω και κατω την οχθη, αλλα φαινεται, οτι το υψος της σταθμης του ποταμου ειχε σκορπισει τα ψαρια, και μετα απο αλλες 2 ωρες προσπαθεια, ειπαμε να σταματησουμε και να παμε για φαγητο.

Πηγαμε σε ενα γραφικο χανι στην ακρη του δρομου, 4-5 χιλιομετρα απο το μερος που ψαρευαμε, και
καθησαμε αναμεσα σε αγροτες και ξυλοκοπους να απολαυσουμε μια κρυα μπυρα και ενα
χαμπουργκερ.

Photobucket

(στο βαθος φαινεται η γεφυρα που περναει ο ποταμος Clutha απο κατω).

'Ειναι υπο απειλη το ψαρεμα στη Ν. Ζηλανδια', μου ειπε ο Τρισταν. 'Πριν απο μερικα χρονια, ηρθε ενας Αμερικανος ψαρας με τα δικα του καλαμια να ψαρεψει. Δεν τα ειχε καθαρισει καλα ομως και εβαλε στο ποταμι ενα φυκι, που ειναι σαν μυξα πρασινη. Αυτο εχει κατακλυσει τους ποταμους τωρα και σε πολλους εχουμε ηδη ψαρια νεκρα. Καταναλωνει βλεπεις το οξυγονο αυτο το ατιμο και πανε τα ψαρια χαμενα...'

Η Ν. Ζηλανδια, καθως εξελιχθηκε οικολογικα τελειως ξεκομμενη απο τον υπολοιπο κοσμο εχει ενα δικο της οικοσυστημα το οποιο ειναι πολυ ευαισθητο σε εισαγωγες βιοποικιλοτητας που δεν ειναι μερος αυτης της οικολογιας.

'Και να'ταν μονο αυτο...' συνεχισε, 'η κυβερνηση ψεκαζει με δηλητηριο 1080 ανα εποχες, που καταληγει μες τους ποταμους και εχουμε περαιτερω μειωσεις των πληθυσμων. Βαλε και τα φραγματα που θελουν να χτισουν και καταλαβαινεις τι εχει να γινει. Δεν θα υπαρχει ποταμι για ποταμι ελευθερο σε λιγα χρονια...'

Καταλαβαινα οτι τον ενοχλουσε αυτη η κατασταση. Οι Νεοζηλανδοι ειναι ελευθεροι ανθρωποι, με υψηλα ανεπτυγμενο το ενστικτο της ανεξαρτησιας και των δικαιωματων τους να χαιρονται τη φυση. Και, παρ'ολο τον πλουτο που εχουν γυρω τους (απο αλιευτικης και θηραματικης πλευρας) δειχνουν τετοια αυτοσυγκρατηση που ειναι αξιοζηλευτη... Limit your bag, don't bag your limit (περιορισε την καρπωση, μην καρπωνεσε στο οριο...) ειναι τα συνθηματα στα κυνηγετικα περιοδικα τους και τα κυνηγετικα μαγαζια.

Αφου τελειωσαμε το φαγητο, ξαναπηγαμε στο ποταμι, αλλα αυτη τη φορα σε αλλο μερος, κοντα στη γεφυρα. Χωρισαμε στο στομα του μικροποταμου που ερχοταν να χυθει στον Clutha και πηγα σ'ενα μερος που φαινοταν ησυχο και αρχισα να ριχνω το ψαρακι. Για μενα ομως το ψαρεμα ειχε τελειωσει με το που γιαλωσα την πεστροφα. Ετσι, πεταγα το ψαρακι εδω και 'κει, ισα για να περναει η ωρα, ενω ταυτοχρονα χαζευα το τοπιο.

Ενα ζευγαρι παπιες του παραδεισου (paradise ducks) χαρακτηριστικες της Ν. Ζηλανδιας, ηρθαν και καθισαν σε μια νησιδα καπου 100 μετρα μακρια και τις φωτογραφησα.

Photobucket

Λιγο αργοτερα, ηρθε και ο Τρισταν, και αφου συμφωνησαμε οτι η τυχη μας τελειωσε, τα μαζεψαμε και ξεκινησαμε για το ταξιδι της επιστροφης. Μιαμιση ωρα αργοτερα με αφησε εξω απο την πανσιον.

'Δεν θα χαθουμε, μιας και θα κατσεις μερες ακομα. Κανονισε το με τη Μαριαν, και, την επομενη εβδομαδα παμε για ψαρεμα σολωμου στη θαλασσα. Μπορει να μην εχει πολλους σολωμους, αλλα σιγουρα κατι θα πιασουμε, μαλλον μπαρακουντα!'

'Μπαρακουντα!!?? φυγαμε οποτε μου πεις! το'χω καημο να πιασω ενα απο δαυτα, σολωμος δεν με νοιαζει και τοσο! Σ'ευχαριστω για την εμπειρια σημερα, περασα καταπληκτικη μερα! Τα ξαναλεμε!!'

Τον αποχαιρετησα και με το δισακι μου στο ενα χερι και την πεστροφα στο αλλο, ετρεξα τις σκαλες για να δειξω το ψαρι στη γυναικα μου....