Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Χιονισε...Στου Ριτσαρντ (μερος 2ο)


Η βροχή ξανάρχισε να πέφτει και πήγαμε τρέχοντας στην αποθήκη να μαζέψουμε τα πράγματα για να γυρίσουμε πίσω. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Είμασταν κουρασμένοι και νυστάζαμε και οι δύο, αλλά είχαμε περάσει υπέροχα. Βάλαμε τον Όσκαρ στο κλουβί του και τακτοποιήσαμε τα πράγματα στο πορτ-παγκάζ. Μπήκαμε μέσα στο αυτοκίνητο γρήγορα για να μην βραχούμε περισσότερο. 
- Μόλις φτάσουμε να βγάλουμε τα όπλα από τις θήκες και να τα περάσουμε
WD-40 και λάδι είπε ο αδερφός μου.
Ο αδελφός μου ορκίζεται στο WD-40. Μόνο γαργάρες που δεν κάνει. Θαυματουργό!
- Ναι, και λίγο ξυδάκι να τα κάνουμε σαλάτα! Εγώ μόλις μπω μέσα πάω για νάνι. Πάσχω από
jet-lag.
- Καλά, εσύ άσε το
Sirocco να σκουριάσει. Εγώ το 97άρι μου θα το περάσω.

Είχε βρει το κουμπί μου. Θα έπρεπε να αναβάλω τον ύπνο για λίγο. Η αλήθεια είναι πως τα όπλα του μοιάζουν καινούρια ακόμα και σημερα μετά από τόσα χρόνια. Ειδικό οπλοκιβώτιο, αφυγραντικά, λάδια, κάλτσες σιλικόνης...άμα βγάλουν και ζαρτιέρες θα τους πάρει. Ούτε γκόμενες να΄τανε.

- Εντάξει, αλλά μετά ύπνο.
- Έχουμε να γδάρουμε και τα κουνέλια και να ξεπουπουλίσουμε τα πουλιά. Μετά βλέπουμε.

Ξεφύσηξα. Το ραντεβού μου με την αγκαλιά του Μορφέα όλο και ξεμάκραινε. Τι εννοούσε «βλέπουμε»; Δε μου αρέσει αυτό... Ακόμα δεν είχε αναφέρει τη Ναντίν... Όσο πλησιάζαμε ο αδελφός μου σοβάρευε. Ξερόβηξε να καθαρίσει το λαιμό του.

- Πρέπει και να μαγειρέψουμε. Η Ναντίν θα γυρίσει αργά από τη δουλειά και θα είναι κουρασμένη.
Νά’το! Καλά το είχα μυριστεί. Το ραντεβού με το Μορφέα πάει περίπατο. Είπα να τον ρωτήσω τί χρώμα το θέλει το άλογο...

- Ενώ εμείς είμαστε ξεκούραστοι, είπα.
- Αν θες να πάμε και αύριο θα μαγειρέψουμε.
- Μιλάς με τον καλύτερο έλληνα σεφ! Και τον πιό ξεκούραστο!

Καλά που υπάρχει και ο Nescafe. Με βλέπω για διπλή δόση. Παρκάραμε μπροστά στο σπίτι και ξεφορτώσαμε τα πράγματα στον σκεπαστό χώρο μπροστά από την πίσω πόρτα όπου υπήρχε και μια μικρή τσιμεντένια μπανιέρα. Η πόρτα οδηγούσε σε ένα μικρό δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα όπου υπήρχε νιπτήρας, αποθηκευτικοί χώροι και το πλυντήριο, κάτι σαν πλυσταριό.

- Εγώ θα πλύνω τον Όσκαρ. Εσύ βγάλε τις γαλότσες και τα ρούχα σου μη γεμίσεις τον τόπο χώματα και πάρε τα πράγματα στο δωμάτιο.

Έβγαλα τις γαλότσες μου σιγοτραγουδώντας ενώ ο αδελφός μου έπλενε τον Όσκαρ στη μπανιέρα:
  «Σίδερα μασάει ο Κουταλιανός
    Τραίνα σταματάει ο Κουταλιανός...»

- Είπες τίποτα; Με ρώτησε φωναχτά. Μίλα πιό δυνατά γιατί δεν ακούω από το νερό...
- Τίποτα! Σιγοτραγουδάω.

 «Κι αν μασάει σίδερα και κάνει το λιοντάρι
 Στο τσαρδί του ο Κουταλιανός...» Συνέχισα να τραγουδάω καθώς έβγαζα τα ρούχα μου μπροστά στην πόρτα.
   «Τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρός
     Αχ! Πώς την φοβάται ο φτωχός Κουταλιανός
     Τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρος
      Άλλα μην το πείτε κανενός...»

Είχα αρχίσει να μερακλώνω και έκανα στροφές με το σώβρακο όταν άκουσα πίσω μου:
-
Hello George!

Τα ελληνικά τσαλίμια ήταν ανύμπορα μπροστά σε τέτοια προφορά. Έμεινα στη μέση της στροφής με τα χέρια μετέωρα. Φορούσα το μακρύ σώβρακο και οι κάλτσες μου είχαν μισοβγεί καθώς έβγαζα τις γαλότσες. Αισθανόμουνα σαν πρωταγωνίστρια του Χόλιγουντ που την αιφνιδιάσανε στο μπάνιο. Πάλι καλά που δεν έκανα κίνηση να κρύψω τα απόκρυφά μου. Είχε ανοίξει την πόρτα και με κοιτούσε. Ελπίζω να μην ήταν εκεί από ώρα!
- Χαλό Ναντίν! Την χαιρέτισα σε ελληνοαγγλικά. Μάι μπράδερ σέντ γιού γουλντ μπι λέιτ.
-
I came early to cook. Come in, it is cold outside!

Δε χρειάστηκε να το ξαναπεί. Μάζεψα τα ρούχα και την χαμένη μου αξιοπρέπεια και έφυγα τρέχοντας για το δωμάτιο με τις μισοβγαλμένες κάλτσες να ανεμίζουν.

Όταν κατέβηκα φορούσα τη φόρμα που είχαμε αγοράσει προσφορά στο Sainsburys πέρισυ στο Μπέλφαστ και μια κολεγίου. Η Ναντίν ανακάτευε κάτι στην κατσαρόλα. Ο Όσκαρ είχε ξαπλώσει στο μαξιλάρι του, μου έριξε μια κοιμισμένη ματιά χωρίς να σηκώσει το κεφάλι και αναστέναξε. Σκυλίσια ζωή σου λένε. Ο αδελφός μου ήταν σκυμένος στο νεροχύτη στο πλυσταριό. Πήγα κοντά του.

- Τί κάνεις εκεί?
- Ετοιμάζω τα κουνέλια. Εσύ πήγαινε έξω και ξεκίνα με τα πουλιά.

Είχε ήδη γδάρει τα δύο και τα είχε κόψει σε μερίδες που στέγνωναν σε ένα σουρωτήρι. Έξω έκανε κρύο, αλλά δεν έπρεπε να γεμίσουμε πούπουλα, «αν ήθελα να ξαναπάμε». Ήμουν πολύ κουρασμένος να αντιμιλήσω. Πήγα έξω στο στέγαστρο, άνοιξα τον μεγάλο μαύρο πλαστικό κάδο των σκουπιδιών και άρχισα να ξεπουπουλίζω το φασιανό. Ήμουνα περίεργος να δω που τον πέτυχα. Δεν άργησα να αποκαλύψω το σημείο στο λαιμό του. Το τραύμα ήταν ακριβώς στην ένωση κεφαλιού-λαιμού. Εκεί που είχα σημαδέψει. Αν μου έλεγε κάποιος πριν από λίγα χρόνια ότι σκότωσε φασιανό με αεροβόλο θα τον παιρνούσα για μυθομανή. Αν μου έλεγε για κουνέλια, θα του περνούσα ζουρλομανδία. Αυτά πριν την Αγγλία.

Τα πούπουλα του φασιανού είναι άτιμο πράμα. Ιδίως τα μικρά. Λες και είχαν αντικαδικό πεδίο. Πετούσαν έξω από τον κάδο, κολούσαν στα χέρια και την μπλούζα μου, κάθονταν στα μαλλιά μου. Μερικά ερχόντουσαν στο πρόσωπό μου και φύσαγα να τα διώξω. Δεν άργησε να γίνει αισθητή η παρουσία τους στο χώρο. Εγώ συνέχιζα απτόητος μέχρι που βγήκε ο αδελφός μου με δυό κούπες καφέ. Είχε τελειώσει με τα κουνέλια και ήρθε να με βοηθήσει.

- Τί κάνεις εδώ; Γέμισε ο τόπος πούπουλα!
- Τι ήθελες να γεμίσει, λέπια; Φασιανό καθαρίζω όχι ροφό!
- Σκύψε μέσα! Έχουν βγεί όλα έξω και θα τα φέρει ο αέρας μέσα στο σπίτι.
- Ε, πες του να μη φυσάει.

Με κοίταξε με τρόπο που έσκυψα. Μην αρχίσει πάλι τα «Αν θες αύριο...». Άφησε τους καφέδες, πήρε μια φάσσα και έσκυψε και αυτός. Είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τι κάνει ένα άντρα να σκύψει και δεν ήταν τα πούπουλα. Ήπια μια γερή γουλιά καφέ πριν γεμίσει με ιπτάμενα. Ζεστός, διπλός, σκέτος. Βάλσαμο! Συνεχίσαμε το ξεπουπούλισμα χωρίς να λέμε πολλά. Σε λίγο τα τρία πουλιά ήταν γυμνά.

- Πάμε μέσα. Είπε και ξεκίνησε με τις φάσσες ανά χείρας.
 Έβγαλα από πανω μου όσα πούπουλα μπορούσα να δω, πήρα το φασιανό και τον ακολούθησα σιγοτραγουδώντας: «Είμαι αητός χωρίς φτερά...». Το πλυσταριό μύριζε μηχανόλαδο. Τα όπλα ήταν στημένα στη γωνία καλογυαλισμένα. Τα είχε περιποιηθεί ο αδελφός μου. Φαίνεται ότι είχε πέσει σύρμα. Το φαγητό ήταν έτοιμο και έπρεπε να βιαστούμε. Η κουζίνα ήταν ζεστή και μοσχομύριζε. Η Ναντίν είχε κάνει καλή δουλειά. Η πείνα άρχισε να νικάει τη νύστα. Ίσως να βοήθησε και ο καφές.

Στρώσαμε την τραπεζαρία και καθήσαμε για φαγητό. Αναθεώρησα τις απόψεις μου για την αγγλική κουζίνα, για να κυριολεκτήσω την Ιρλανδική. Φάγαμε, συζητήσαμε, γελάσαμε. Ένα γεύμα όπως θα έπρεπε να είναι τα γεύματα. Χαλάλι το σκύψιμο. Μετά πήγαμε στο σαλόνι να καθήσουμε λίγο. Ο συνδιασμός αϋπνίας και καλού φαγητού έκανε τα βλέφαρά μου βαριά. Η παρέα όμως ήταν εξαιρετική. Ο Μορφέας έπρεπε να περιμένει και άλλο. Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε και κάποια στιγμή η Ναντίν μας καληνύχτησε και σηκώθηκε να πάει για ύπνο. Ήμασταν και εμείς κουρασμένοι. Θα ακολουθούσαμε σε λίγο. Έπρεπε πρώτα να καταστρώσουμε σχέδιο για αύριο. Σηκώθηκε και ο αδελφός μου να βγάλει τον Όσκαρ έξω. Γύρισε γελώντας.

- Έξω χιονίζει. Μεχρι το πρωί θα το έχει στρώσει. Μας βλέπω για κοκούνινγκ αύριο. Δεν έχει κυνήγι.
Τι εννοεί κοκούκικγκ; Εγώ κοιμάμαι με τον Όσκαρ! Δεν κατάλαβε καλά!

- Βγάλε παγοπέδιλα, σκι, snowmobile, δεν ξέρω τί, εγώ αύριο πάω για κυνήγι. Έστω και αν χιόνισε....στου Ρίτσαρντ!
 
Πήγα στο δωμάτιο για ύπνο απογοητευμένος. Η προοπτική να μην πάμε για κυνήγι λόγω χιονιού δεν μου άρεσε καθόλου. Το καλογυαλισμένο Sirocco στο κάτω πάτωμα στριφογύριζε στο μυαλό μου. Πήγα να το δω πριν ανέβω για να έχω την εικόνα του φρέσκια στον ύπνο μου. Τουλάχιστον να πάω κάπου μαζί του στα όνειρά μου. Πέρασα μπροστά και από τον άσπονδο φίλο μου που κοιμόταν ήδη στο μαξιλάρι του στην κουζίνα. Μισοάνοιξε το ένα μάτι και σα να γέλασε πονηρά. Ήξερε ότι η πόρτα μου δεν κλείνει καλά και θα ερχόταν πάνω μόλις με έπαιρνε ο ύπνος. Είχε ερωτευθεί τη βαλίτσα μου και δεν μπορούσε μακριά της. Δεν τη γλύτωνα την επίσκεψη. Απλά έλπιζα να μην είχε πάλι όρεξη πρωί-πρωί. Πήρα ένα AirgunWorld από τη στοίβα που είχε αφήσει ο αδελφός μου δίπλα στο κρεβάτι και το έριξα στο διάβασμα. Παρ’όλο που ήμουνα κουρασμένος, η πιθανότητα να μην πάω για κυνήγι τριβέλιζε στο μυαλό μου και δε με άφηνε να κοιμηθώ. Διάβασα κάμποσο μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Πρέπει να ήταν πολύ αργά.

Άκουσα την πόρτα μου να ανοίγει και αναθεμάτισα τον Όσκαρ. Προετοιμάστηκα ψυχολογικά για την περιφορά της υγρής και ζεστής γλώσσας του στο πρόσωπό μου. Είχα κλείσει τη βαλίτσα μου. Αντί γι’αυτό τα μάτια μου γεμίσανε με φως. Τί κόλπα ξέρει το κοπρόσκυλο, σκέφτηκα. Έχει μάθει να ανοίγει τα φώτα! Άνοιξα τα μάτια μου αλλά αντί για τον Όσκαρ είδα τον αδελφό μου με μακριά σώβρακα.

- Είναι εξίμιση. Ίσα που προλαβαίνουμε τις φάσσες, αν βιαστούμε.
  Πήδηξα πάνω και άρχισα να ντύνομαι.
- Μα το χιόνι...ψιθύρισα
- Έχει «παρδάλες». Μπορούμε να πάμε.
- Κάνε καφέ και κατεβαίνω.

Τελικά ο Όσκαρ δεν είχε έρθει. Ή ήρθε, βρήκε τη βαλίτσα κλειστή και ξανακατέβηκε στο μαξιλάρι του. Έβαλα τα μακριά σώβρακα και τις διπλές κάλτσες και κατέβηκα κάτω. Ο υπόλοιπος εξοπλισμός μας περίμενε στο πλυσταριό. Η μυρωδιά του καφέ πλυμμύριζε την κουζίνα. Ο αδελφός μου είχε μισοντυθεί.

- Σε πήρε ο ύπνος. Καλά που έβαλα ξυπνητήρι.
- Πίστεψα ότι δε θα πάμε με το χιόνι. Έβαλες ξυπνητήρι! Μπράβο! Και η Ναντίν;
- Ξύπνησα πριν χτυπήσει.
- Α! Είπα και’γω!

Άρχισα και εγώ να ντύνομαι με γρήγορες κινήσεις ενώ σιγοτραγουδούσα: «Του ά-ντρα του πολλά-βαρύ μην του μιλά-τε το πρω-ί, μην του μιλά-τε το πρω-ί του ά-ντρα του πολλά-βαρύ.....». Βλέπετε τότε ήμουν ακόμα ανύπαντρος. Τα μαζέψαμε όλα, πήρα και εξτρά «πολεμοφόδια» στην τσέπη λόγω κρύου και φορτώσαμε το αυτοκίνητο. Ο αδελφός μου ξανάκανε τον πακιστανό των φαναριών, μπήκε μέσα και ξεκίνησε προσεκτικά.

- Ευτυχώς που ρίχνουν αλάτι. Αλλιώς δε θα πηγαίναμε πουθενά.
- Εμείς το αλάτι το έχουμε για μάσα.
Άμα χιονίσει βράστα!

Φτάσαμε στου Ρίτσαρντ ενώ αχνόφεγγε και παρκάραμε δίπλα στο φράχτη κοντά στην αποθήκη. Δε σκόπευα να την ξαναπατήσω. Πάτησα το σύρμα να περάσει ο αδελφός μου και τον ακολούθησα χωρίς απρόοπτα ως την αποθήκη. Το χιόνι ήταν στρωμένο κατά διαστήματα, όμως το μεγαλύτερο τμήμα από τα χωράφια ήταν σκούρο. Έριξα σφαίρες στην τσέπη, έβαλα την πλερέζα και τα γάντια, έβγαλα το Sirocco από την θήκη, το όπλισα και ξεκίνησα τη γνωστή διαδρομή. Ο αδελφός μου πήρε τη δική του. Δε χρειαζόταν να μιλήσουμε. Θα συναντιόμασταν στο τέρμα.
Ξεμάκρυνα από την αποθήκη και χώθηκα στο δάσος από την κάτω μεριά. Χιόνι μέσα δεν είχε, αλλά το έδαφος ήταν μαλακό και τα κλαδάκια δεν έσπαγαν κάτω από τις
Lakeland. Έξυπνος είναι αυτός που μαθαίνει από τα λάθη των άλλων. Εγώ έλπιζα να έχω μάθει από τα δικά μου. Μπορούσα να είμαι απρόσεκτος χωρίς κόστος. Κοιτούσα ψηλά τα γυμνά κλαδιά να τέμνουν τον σκούρο, ακόμα, ουρανό με τις αισθήσεις μου σε επιφυλακή. Είχα μάθει το όπλο μου και το μάθημά μου και ήμουν έτοιμος. Είχα φτάσει δίπλα στο βάλτο στη μέση της διαδρομής όταν είδα την πρώτη. Μια μαύρη κουκίδα πάνω στις ευθείες των κλαδιών. Ακούμπησα στον κορμό που ήταν μπροστά μου. Υπολόγισα την απόσταση στα πενήντα μέτρα. Σαράντα μέχρι τη βάση του δέντρου. Θα έλεγα πολύ μακριά αν δεν είχε ανασύρει ο Όσκαρ το χθεσινό κουνέλι από τα βάτα. Η καρδιά μου επιτάχυνε, αλλά ελεγχόμενα. Είχα αρχίσει να γίνομαι έμπειρος. Σήκωσα το όπλο και κοίταξα μέσα από τη μικρή διοπτρα. 1.5-5Χ20. Αν πιστέψει κανείς αυτά που διαβάζει, ήταν άχρηστη στο μισόφως. Παιχνίδια του μάρκετινγκ. Η φάσσα φάνηκε πεντακάθαρα στο Χ3. Ήταν γυρισμένη προς τα μένα με το κεφάλι να ακουμπάει στο σώμα της. Πήρα βαθιά ανάσα και ακούμπησα το μάγουλο στο κοντάκι. Η πλερέζα δυσκόλευε την αναπνοή μου. Έπρεπε να τοποθετήσω το νηματόσταυρο λίγο πάνω από την κορυφή του κεφαλιού της. Είχα zero στα 30, οπότε η σφαίρα θα την έβρισκε στη βάση του λαιμού. Έβγαλα την ασφάλεια και πήρα το πρώτο στάδιο. Δεύτερη ανάσα, σταθεροποίηση. Πίεσα τη σκανδάλη. Την  ξερή τουφεκιά ακολούθησε ένας άλλος πιο πνιχτός ήχος. Χαμογέλασα. Είχα δει τη φάσσα να πέφτει μέσα από τη διοπτρα. Α, ρε follow through! Έφυγα προς τη βάση του δέντρου να την μαξέψω. 

Η πρώτη μου φάσσα με το Sirocco! Χαμογελούσα ακόμα όταν η γαλότσα μου εξαφανίστηκε στη λάσπη. Το νερό του βάλτου πότισε τις κάλτσες μου. Δεν ξέρω τι πάγωσε πρώτο, το πόδι, ή το χαμόγελό μου! Ξύλιασα! Έριξα το βάρος πίσω και τράβηξα δυνατά. Ανέσυρα αργά, με κόπο το δεξί μου πόδι, ευτυχώς μαζί με την εξαφανισμένη γαλότσα. Έσφιξα τα δόντια να πνίξω τα γαλλικά μου, μην ακουστούν οι κατάρες μου και διώξουν τα πουλιά. Χοροπήδηξα κούτσα-κούτσα μέχρι ένα πεσμένο κορμό, ακούμπησα το όπλο και έβγαλα τη γαλότσα. Τη γύρισα να φύγει το νερό και χύθηκε ένα μαύρο ζουμί. Απόσταγμα αποσύνθεσης, ευγενική προσφορά αγγλικού βάλτου. Μπλιάχ! Έβγαλα τις ποτισμένες κάλτσες και έπιασα το παγωμένο πόδι μου. Ήταν ακόμα εκεί. Το έτριψα να ζεσταθεί λίγο. Τα γαλλικά δίναν και παίρναν πίσω από τα σφιγμένα δόντια. Έπρεπε να βρώ κάτι να το σκουπίσω. Πήρα τα χαρτιά που είχα στην τσέπη, ‘για παν ενδεχόμενο’. Σκούπισα το πόδι και στη συνέχεια το εσωτερικό της γαλότσας όσο καλύτερα μπορούσα. Τα χάλασα όλα. Έλπιζα μόνο να μην έρθει το ‘ενδεχόμενο’... Έβγαλα την άλλη γαλότσα, έβγαλα τη μία κάλτσα και τη φόρεσα στο γυμνό πόδι μου. Ξαναφόρεσα τις γαλότσες και ευτυχώς δεν ένιωσα υγρασία. Το ηθικό μου αναπτερώθηκε λίγο. Αποφάσισα να αφήσω τις βρεγμένες κάλτσες κρεμασμένες σε ένα κλαδί για σημάδι και να επιστρέψω στο τέλος μαζι με τον αδελφό μου για την περισυλλογή. Είχα ακόμα λίγη ώρα μέχρι να ξημερώσει και πετάξουν οι φάσσες.

Απομακρύνθηκα από το βάλτο και συνέχισα τη διαδρομή μου κοιτάζοντας ψηλά τα κλαδιά. Σιγά-σιγά έφτασα στο τέλος όπου με περίμενε ο αδελφός μου καθισμένος στην πέτρα πίνοντας καφέ.

- Άργησες. Άκουσα και τουφεκιά. Τί έκανες;
- Πήρα μία φάσσα. Εσύ; Είπα και έβγαλα μια
Galaxy.
- Δεν είδα τίποτα. Πού είναι; Έχεις γίνει σα γουρούνι. Φέρε κανένα κομμάτι.
- Η φάσσα μας περιμένει στο βάλτο. Παραλίγο να μείνω και εγώ μέσα. Έβαλα σημάδι να πάμε μετά. Για τα ρούχα μην ανησυχείς. Θα τα βγάλω πριν μπω μέσα!
- Άσε τις αηδίες και πάμε για κανένα κουνέλι όσο κρατάει ο καιρός. Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνει αργότερα. Πού θες να πας;
- Εκεί που ήμουνα χτες, είπα χωρίς να διστάσω. Το ξέρω το μέρος.
- Εντάξει. Εγώ θα πάω προς τα πίσω. Άμα βαρεθείς έλα και θα με βρεις.
  Μαζευτήκαμε και πήρε ο καθένας το δρόμο του. Είχε πια ξημερώσει. Περπατούσα στο μονοπάτι δίπλα στις φτέρες κατευθυνόμενος στο άκρο του χτήματος όπου είχα καθήσει χθες. Εδώ το χιόνι έκανε αισθητή την παρουσία του καλύπτοντας φτέρες και χώμα σε μεγάλο βαθμό. Μόνο οι κουνελότρυπες έχασκαν σα στόματα. Τις χάζευα καθώς περπατούσα και απορούσα πού είναι όλα αυτά τα κουνέλια. Σίγουρα είναι νυχτόβια, αλλά ήταν τόσο πολλές! Εκτός και αν δεν κατοικούνται όλες. Την απορία μου έλυσε μια μικρή θολούρα που παρατήρησα σε μία. Σταμάτησα και κοίταξα πιο προσεκτικά. Άχνιζε! Κάποιες τρύπες που είχαν κουνέλια άχνιζαν από τα χνώτα και τη ζέστη! Χαμογέλασα και έφυγα για την κρυψώνα μου. Ήθελα να πιάσω το πόστο μου γρήγορα να κυνηγήσω τώρα που χιόνισε...στου Ρίτσαρντ!

4 σχόλια:

  1. μπραβο.
    το συγγραφικο ταλεντο ειναι οικογενειακο σας μαλλον.
    φτιαχνω καφε κ απολαμβανω τις αεροβολιστικες σας περιπετειες!

    Χρονης Σπυρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Να'σαι καλα Σπυρο και με το καλο να απολαμβανεις ακομα περισσοτερες περιπετειες τον Καινουριο Χρονο!
    Πολλους χαιρετισμους και Καλα Χριστουγεννα!

    Μπιριγκογκος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Φίλε Μπιριγκόγκο πάρα πολύ ωραία αφήγηση με συνεπήρε, έχει συγγραφικό ταλέντο ο αδελφός σου...

    zed

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Φιλε μου zed, μακαρι να ειχα και γω την ευφραδεια του λογου που εχει αυτος...Τον εχω φαει να γραψει και την δικη του εκδοχη της Αφρικανικης περιπετειας, και ακομα περιμενω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή