Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Χιονισε στου Ριτσαρντ...Επιλογος


Οι μέρες κύλησαν όμορφα, με πειράγματα, βόλτες, γεύματα και πολύ κυνήγι. Ο Όσκαρ με επισκευτόταν κάθε βράδυ και εγώ άφηνα την βαλίτσα μου ανοιχτή. Κάθε πρωί σηκωνόμασταν αχάραγα και κάναμε ησυχία μέχρι να φύγουμε για του Ρίτσαρντ. Όλη μέρα ξεπαγιάζαμε πίσω από τους αγγλικούς θάμνους. Το απόγευμα γδυνόμασταν έξω και σκύβαμε πάνω από τον κάδο. Ο καφές πάντα διπλός. Η παρέα εξαιρετική. Όπως όλα τα όμορφα πράγματα όμως πέρασαν γρήγορα.

Το τελευταίο πρωινό κύλισε με προετοιμασίες για την αναχώριση. Έπρεπε να είμαστε στο αεροδρόμιο στις 12. Εγώ πρότεινα να πάμε για λίγο στου Ρίτσαρντ, αλλά αντί για απάντηση πήρα εκείνο το βλέμμα που δεν έπαιρνε συζήτηση. Ξυπνήσαμε νωρίτερα να πιούμε καφέ με την ησυχία μας. Η Ναντίν θα κατέβαινε αργότερα. Είχα να ετοιμάσω και τη βαλίτσα. Πίστευα ότι θα γυρίσω άδειος. Φτιάξαμε καφέ και καθήσαμε στην κουζίνα με τις φόρμες. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά.

- Τώρα που θα φύγεις είναι ευκαιρία να αδειάσουμε τον καταψύκτη.
- Τί εννοείς; Ρώτησα
- Έχει γεμίσει και δεν θα με αφήνει η Ναντίν να πάω για κυνήγι αν δεν αδειάσει χώρος.
Δεν έχασα την ευκαιρία.
- Θα σου δώσω μια συμβουλή: Τις γάτες όταν τις σκίζεις να τις πετάς. Έτσι θα έχεις χώρο!

Για καλό και για κακό έκανα και ένα πηδηματάκι να μη με φτάνει.

- Έχε χάρη που φεύγεις. Να σε δω και σένα.

Πέρασαν λίγα χρόνια για να καταλάβω ότι έχω αδελφό προφήτη. Τώρα όμως μπορούσα να λέω ό,τι θέλω.

- Χα! Γέλασα. Φοβάμαι πως όταν θα παραδίδω μαθήματα για σένα θα είναι αργά! Δεν ξέρω αν θα αναλαμβάνω χρόνιες υποθέσεις...Αλλά για σένα θα μπορούσα να κάνω μια εξαίρεση λόγω συγγένειας....Θα το σκεφτώ.
- Καλά, καλά. Έλα τώρα να γεμίσουμε τη βαλίτσα και όσο για συμβουλές, μάλλον πάλι εγώ θα σου δίνω τότε. Πιάσε τις εφημερίδες να τα τυλίξουμε να φτάσουν παγωμένα.

Αυτή η σιγουριά του δε μου άρεσε, αλλά δεν έδωσα σημασία. Φαινόταν τόσο μακριά το ‘τότε’.
- Ελπίζω μόνο να μην την τσακώσουν τα σκυλιά στο αεροδρόμιο από τη μυρωδιά. Δε μου λες, αυτές οι εφημερίδες πόσο αποτελεσματικές είναι; Αν χαθεί η βαλίτσα θα αντέξουν;
- Αν χαθεί να ελπίζεις να μην τη βρούνε! Άμα σε καλέσουν να την παραλάβεις να πάρεις και μανταλάκι. Έλα τώρα να τυλίξουμε για να τελειώνουμε.

Αδειάσαμε τον καταψύκτη πάνω στο τραπέζι και αρχίσαμε το τύλιγμα. Κουνέλια, φάσσες, ο φασιανός όλα φασκιωθήκανε με τον αγγλικό τύπο για μόνωση. Γάτα δεν είδα. Ή τις πετάει ή....Η προοπτική να χαθεί η βαλίτσα με γέμιζε τρόμο. Φαντάστηκα να την παραλαμβάνω με μανταλάκι στη μύτη και παγωμένο χαμόγελο μπροστά στον βλοσυρό τελώνη τρεις τέσσερις μέρες μετά, ενώ στάζουν αιματηρά ζουμιά... Τίναξα το κεφάλι μου να διώξω τη σκέψη. Η βαλίτσα μου δεν ήταν πιά άδεια. Τα λίγα ρούχα μου στριμώχτηκαν στη γωνία για μιά ακόμη φορά. Χρειάστηκε η βοήθεια του αδελφού μου για να κλείσει. Τη σήκωσε στον αέρα.

- Είναι βαριά. Θα έχουμε πρόβλημα στο αεροδρόμιο. Εδώ δεν είναι Ελλάδα.
- Αυτό άστο σε μένα. Θα σου χαρίσω μερικές μέρες κυνήγι αφού δεν μπορείς να κανονίσεις μόνος σου.

Το βλέμμα του δεν ξέρω αν έδειχνε θυμό ή απελπισία. Δεν πρόλαβα να καταλάβω γιατί μπήκε η Ναντίν στην κουζίνα και το πρόσωπό του φωτίστηκε.

- Hello guys! Are you ready George? Έδωσε ένα φιλί στον αδελφό μου.
- Ρέντι! Ρέντι! Ντου γιού γουόντ σαμ κόφι;
-
Yes, please.

Καθίσαμε γύρω από το τραπέζι. Κουβεντιάσαμε, γελάσαμε ήπιαμε καφέ. Μετά με χαιρέτισε γιατί έπρεπε να φύγει για δουλειά.
- It was a pleasure to have you here George.
- Θένκ γιού Ναντίν! Σόρρυ φορ δε μες...
- Anytime George. You are always welcome.
- Νάου γιού μαστ καμ το Γκρίις. Γουί αρ εξπέκτινγκ γιού.
- OK. George. Have a nice trip.
- Θένκ γιού!

Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και έφυγε. Την κοίταγα καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητο. Μετά γύρισα στον αδελφό μου.
- Μάλλον απέκκριμα από κοπροσκούλικο!
- Τί είπες; Σουρωμένος είσαι;
- Μωρέ, ξέρω εγώ τι λέω. Απέκκριμα! Πάω να βάλω ρούχα για το ταξίδι. Ντύσου και συ.
Ανεβήκαμε πάνω και κατεβήκαμε ντυμένοι. Ο άσπονδος φίλος μου πήδηξε από το κρεβάτι μου από όπου με παρακολουθούσε να ντύνομαι και με ακολούθησε κάτω. Με κοίταγε στα μάτια σα να κατάλαβε. Έχανε το παιχνίδι του. Έσκυψα και τον πήρα αγκαλιά. Με έγλειψε απαλά.
- Γειά σου τέρας!
Να τους προσέχεις μέχρι να ξανάρθω.

Ο αδελφός μου φόρτωσε τη βαλίτσα στο αυτοκίνητο.
- Από’δω δεν περνάς με τόσο βάρος. Θα πάρω σακούλες μήπως χρειαστεί να αφαιρέσουμε πράματα.
- Τσάμπα θα τις πάρεις. Εσύ να κάνεις κουμάντο στο δάσος. Το αεροδρόμιο είναι δικιά μου υπόθεση. Εξ’άλλου σου υποσχέθηκα μερικές μέρες κυνήγι. Σου χρωστάω.

Βάλαμε τον Όσκαρ μέσα στο σπίτι και κλείσαμε την πόρτα. Μέχρι να μπούμε στο αυτοκίνητο η μουσούδα του εμφανίστηκε στο παράθυρο του σαλονιού. Τον είδα να γαυγίζει καθώς ξεκινήσαμε, αλλά δεν τον άκουσα. Γειά σου και σένα άσπονδε φίλε μου!

Το ράδιο έπαιζε διάφορα ‘σουξέ’ και ο άγγλος εκφωνητής προσπαθούσε να γεμίσει τα κενά. Είχαμε βγει στη «εθνική» και πλησιάζαμε με ταχύτητα το αεροδρόμιο του Μάντσεστερ. Τα λόγια μας ήταν λίγα. Ήταν ώρα για πείραγμα.

- Τελικά δε μου είπες, τί χρώμα κουστούμι να ράψω; Ή θα ρωτήσεις τη Ναντίν;
- Δε χρειάζεται να ράψεις. Θα σου βρω εγώ. Θα φοράς το ίδιο με μένα. Ο κουμπάρος φοράει το ίδιο με το γαμπρό.
- Άδεια πήρες ή μιλάς στον αέρα;
- Το κουβεντιάσαμε με τη Ναντίν. Της έκανες καλή εντύπωση παρ’όλες τις προσπάθειές σου.
- Κουμπάρος; Τελικά η Ναντίν έχει καλό γούστο στους κουμπάρους! Ελπίζω να ξέρει ελληνικές παροιμίες.
- Δεν αφήνεις τις αηδίες; Λέμε για το Σεπτέμβρη.
- Καλά, μην το δένετε κόμπο! Πρέπει να τσεκάρω το καρνέ μου. Έχω και άλλες υποψήφιες κουμπάρες.
- Ετοιμάσου, και κουβέντα στους άλλους.
- Καλά ακόμα δεν παντρεύτηκες και κρύβεσαι; Τς, τς, τς! Καλά κάνω εγώ...
- Μην πεις τίποτα γιατί θα με πρήξουν. Θα τους το πω όταν θα είναι ώρα.
- Καλά θα σου την κάνω τη χάρη. Μόνο και μόνο επειδή συμπαθώ τη Ναντίν.
- Και επειδή θες να ξαναέρθεις για κυνήγι...
- Και γι’αυτό. Άντε η ώρα η καλή.

Χαιρόμουν πραγματικά για τον αδελφό μου. Ήταν ευτυχισμένος. Είχε βρει έναν άνθρωπο να επικοινωνεί μετά από χρόνια στην Αγγλία. Θυμάμαι τις ολονύχτιες συνομιλίες μας στο τηλέφωνο τα πρώτα χρόνια που φύγαμε και οι δύο. Θυμάμαι και τις προηγούμενες κοπέλες του. Ή μάλλον δε θέλω να τις θυμάμαι. Όπως δε θέλω να θυμάμαι τους λογαριασμούς του τηλεφώνου. Είναι κλασσική περίπτωση ανθρώπου που έμαθε από τα λάθη του. Και δεν μαθαίνει εύκολα! Αυτή η Ναντίν πως την έπαθε; Πρέπει να σκότωσε πολλά πουλάκια όταν ήτανε μικρή. Πως να το λέει το κοπροσκούλικο ο Μπαμπινιώτης....

Βγήκαμε στην έξοδο για το αεροδρόμιο και σύντομα σταματήσαμε σε ένα πάρκινγκ. Γύρω γύρω είχε χωράφια. Το αεροδρόμιο δε φαινόταν.
- Τί θα κάνουμε εδώ;
- Φτάσαμε. Κατέβα.
- Με το αεροπλάνο φεύγω, όχι με το γάιδαρο.
- Εδώ είναι το πάρκινγκ του αεροδρομίου. Δεν είναι μακριά.
- Είναι δεν είναι τη βαλίτσα θα την πάρεις εσύ. Δεν ξαναγίνομαι Τιραμόλα.
- Εντάξει. Θα δεις δίπλα είναι.

Στρίψαμε από’δω, στρίψαμε από’κει, φάνηκε το αεροδρόμιο. Δεν ήταν μακριά. Πήγαμε στις αναχωρήσεις και φτάσαμε στο τσεκ-ιν. Ο αδελφός μου ξερόβηξε.

- Για να σε δω τώρα.
- Κανονικά έπρεπε να πληρώσεις για το μάθημα, αλλά τέλος πάντων, αδελφός μου είσαι. Κάτσε δίπλα μου και μη μιλήσεις.

Κοίταξα τους υπαλλήλους. Διάλεξα μια κοπελίτσα και μπήκα στην ουρά. Όταν ήρθε η σειρά μου φόρεσα το καλύτερό μου χαμόγελο. Αυτό για τα αεροδρόμια.

- Good evening sir. Are you traveling alone?
- Γιές.
Αλόουν.
-
One suitcase?
- Γιές ουάν. Δις ουάν.
Σήκωσα τη βαλίτσα δήθεν ανάλαφρα και την έβαλα γιά ζύγισμα. Ο αδελφός μου παρακολουθούσε και γούρλωσε τα μάτια όταν είδε την ένδειξη στη ζυγαριά.

- Twenty-five kilos. A little bit heavy.
- Άι αμ α στιούντεντ. Γιού νόου, γουί στιούντεντς κάρυ α λοτ οφ μποούκς.
-
I know! I was a student myself.

Η επιλογή μου ήταν άριστη. Είχα κερδίσει! Μου έδωσε την κάρτα επιβίβασης και έσκυψε να βάλει το ταμπελάκι στη βαλίτσα. Μου είχε δώσει θέση μπροστά σε παράθυρο. Με κοίταξε και μου χαμογέλασε.
-
Have a nice flight.
- Θενκ γιού.

Περίμενα λίγο να δω τη βαλίτσα να τσουλάει με το γόνατο έτοιμο. Δε χρειάστηκε. Την είχα βάλει με τις μεγάλες ρόδες μπροστά μετά το πάθημα στο «Ελληνικό». Μόλις απόμακρυνθήκαμε λίγο ο αδελφός μου έσπασε τη σιωπή του.

- Μα πώς; Στο σπίτι ήταν τριανταοχτώ κιλά!
- Πάμε να σε κεράσω καφέ να σου εξηγήσω ορισμένα πράγματα.

Καθίσαμε στις αναπαυτικές πολυθρόνες του καφέ κρατώντας από ένα φλυτζάνι καπουτσίνο στο χέρι. Τον κοίταξα και αφαιρέθηκα. Μου φάνηκε ότι φορούσε παραλλαγή. Μεταφέρθηκα στη κρύα πέτρα στου Ρίτσαρντ όπου πίναμε καφέ από το καπάκι του θερμός. Ακόμα δεν έφυγα και αρχίσαν οι παραισθήσεις. Ούτε πρεζάκιας νά’μουνα! Τώρα όμως μίλαγα εγώ και αυτός άκουγε. Ήταν η ώρα να μάθει για το ‘σίδερο’!....

Αφιερωμένο στον ξενιτεμένο αδελφό μου που περιμένει να του πάω λάδι κάθε φορά.
Καλά Χριστούγεννα και Καλή Χρονιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου